Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

1203 - Χαρίλαος Φλωράκης: «Μακάρι να 'χα πάει νωρίτερα στο Άγιο Όρος και 'γω θα 'μουν καλύτερα και ο τόπος»!


Βρε παιδιά, περίμενα να βρω μέσα στο Όρος γέρους μοναχούς και απεναντίας είδα νέα παιδιά, σπουδαγμένα...


Χαρίλαος Φλωράκης
Γ.Γ. του Κ.Κ.Ε.
1914-2005
Είναι στ' αλήθεια παράξενη και μυστήρια η ψυχή κάθε ανθρώπου. Μεγάλοι διανοούμενοι από τον Αριστοτέλη έως τον Σοπενχάουερ έχουν μιλήσει γι' αυτήν την αντίφαση ανάμεσα στη λογική και στην πορεία του κάθε ανθρώπου. Ο Αριστοτέλης - ο πατέρας της λογικής - έλεγε ότι ο άνθρωπος συμβατικά θεωρείται λογικό ζώο. Ο Σοπενχάουερ έλεγε πως υπάρχει κάτι βαθύτερο μέσα σε κάθε άνθρωπο από τη λογική, η Βούληση. Ο Μακαρένκο ο μεγάλος και παραγκωνισμένος αυτός παιδαγωγός της Ρωσίας, επαναστάτης, ομολόγησε πως κάτι μυστήριο υπάρχει στη ψυχή κάθε ανθρώπου (που προφανώς ο διαλεκτικός υλισμός αδυνατούσε να εξηγήσει).
Ας σταματήσουμε εδώ και ας δούμε ένα αντιφατικό ταξίδι... Το ταξίδι του Χαρίλαου Φλωράκη στο Άγιο Όρος καθώς και τα της κηδείας του.
Γύρω στο 1995 μια τριμελής ομάδα που αποτελείται από το Χαρίλαο Φλωράκη, το συμμαθητή και φίλο του ηθοποιό Τίτο Βανδή καθώς και ένα νέο δημοσιογράφο, επισκέπτονται το Άγιο Όρος. Ο Χαρίλαος συνοδεύεται και από δύο άτομα της προσωπικής φρουράς. Ζητά επιτακτικά από τους συνοδούς αστυνομικούς ν' αφήσουν τα όπλα τους στην Ουρανούπολη, πράγμα που έγινε.
Όμως με το μπάσιμο στο Όρος άρχισαν να γίνονται μερικά ευτράπελα από θερμόαιμους-που πάντα υπάρχουν - πράγμα που αναγκάζει τους αστυνομικούς να δανεισθούν δύο όπλα από την Δάφνη. Αυτό είναι το καλαμπούρι μας καθώς και το ότι συνάντησε συναγωνιστές να είναι τώρα μοναχοί που μαζί του θυμήθηκαν τα παλιά!!!
Στις Καρυές τον ξενάγησε ο λόγιος μοναχός π. Μωυσής που μου τόνισε με πόσο σεβασμό άκουγε την ενημέρωση που του έγινε. Μια μέρα φιλοξενήθηκε στο κελλί του π. Ιερόθεου του βιβλιοπώλη των Καρυών. Ήταν ημέρα νηστείας και έφαγε τα νηστίσιμα που του παρέθεσαν. Τα βρήκε πολύ νόστιμα και στην κουβέντα με τα καλογέρια της συνοδείας μίλησε με σεβασμό για το άβατο και τους νόμους του Αγίου Όρους που όφειλε να σεβαστεί η Ευρώπη. «Δεν έκανε όμως το Σταυρό του».
Ιδού και το μυστήριο. Μ' ένα τζιπ μόνος με τον οδηγό του, εξαφανίζεται προς άγνωστη κατεύθυνση. Κρύος ιδρώτας αρχίζει να λούζει τους αστυνομικούς. Τι έγινε ο Χαρίλαος...
Επιστρέφει μετά από αρκετές ώρες έχοντας αφήσει άναυδη τη συνοδεία του χωρίς να τους πει που πήγε. Είναι πολύ πιθανό μου 'παν οι πατέρες στην Ιβήρων να επισκέφθηκε το Ρουμάνο Μοναχό που πρόσφατα απεβίωσε.
Έχουμε και μια επίσκεψη στη Σιμωνόπετρα που με σεβασμό γράφει στο βιβλίο του προσκυνητή. Κάπως έτσι λοιπόν έγινε το ταξίδι αυτό. Φτάνοντας στην Ουρανούπολη κάνει τις ακόλουθες δηλώσεις:
Βρε παιδιά, περίμενα να βρω μέσα στο Όρος γέρους μοναχούς και απεναντίας είδα νέα παιδιά, σπουδαγμένα...
Τι ήταν λοιπόν η επίσκεψη αυτή; Μόνο τουριστική; Όχι όπως θα δείξουμε στο επόμενο.
Αρχικά πρέπει να τονίσουμε ότι ο Χαρίλαος όπως και κάθε Έλληνας έχει την Ορθοδοξία από τα γεννοφάσκια του, από τη μάνα του. Πώς αλλιώς θα εξηγήσουμε ότι ζήτησε να ταφεί στον «Αϊ Λια» δύο μέτρα από το Αγ. Βήμα; Αλλά πάνω στο θέμα της κηδείας του θα επανέλθουμε αργότερα. Ας επιστρέψουμε στην αποχώρηση του Χαρίλαου από το Όρος όπου δήλωνε συγκλονισμένος.
Πολλοί γνωστοί του τον ρωτούν ανάμεσα τους και η Μαρία Δαμανάκη: και εσύ Χαρίλαε στο Όρος; Απαντούσε ευθέως: «Μακάρι να 'χα πάει νωρίτερα και 'γω θα 'μουν καλύτερα και ο τόπος»!!! «Ο νοών νοείτω». Και όχι μόνο αυτό. Είμαι σε θέση να σας διαβεβαιώσω ότι μετά απ' αυτήν την επίσκεψη, στο γραφείο του στον Περισσό εξομολογήθηκε σε Ιερομόναχο του Αγ. Όρους (αφού απομακρύνθηκε το προσωπικό του γραφείου του).
Να πούμε και αυτό. Στη σύζυγο του που έφυγε (πριν απ' αυτόν) έκανε θρησκευτικό μνημόσυνο, όπως με διαβεβαίωσαν.
Και τώρα φίλοι ας κάνουμε μια θεωρητική ανακεφαλαίωση της σχέσης εκκλησίας - αριστεράς στην Ελλάδα. Το ΚΚΕ, το πλέον ηρωικό αλλά και πλέον ηλίθιο κατά το σύντροφο ΜΑΟ κομμουνιστικό κόμμα της Ευρώπης, αντέγραψε στο θέμα της σχέσης Θεού -κομμουνιστή όλα τα τσιτάτα του Μαρξ και Λένιν. Η αθεΐα και ο διαλεκτικός υλισμός έγινε ο νέος Θεός. Βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαίο που η αθεΐα έγινε λάβαρο για τον Μαρξ, Έγκελς και Λένιν.
Η εκκλησία στην Ευρώπη με κύριο τον Παπισμό ήταν και είναι υπεύθυνη για πολλά εγκλήματα στην Ιστορία με τελευταίο πιο τρανό παράδειγμα την άνοδο του Χίτλερ και το διαμελισμό της Γιουγκοσλαβίας. Όμως το να γενικεύουμε τα πάντα και ειδικά για την Ορθοδοξία είναι και λάθος και στο κάτω κάτω αντιδιαλεκτικό. Ναι, η Ορθοδοξία αν και στο όνομα της έγιναν εγκλήματα και λάθη τα απεκύρηξε ως ξένο σώμα όσο το δυνατόν συντομότερα, και δεν άφησε να δηλητηριάσει το σώμα της.
Όλοι μας γνωρίζουμε στελέχη του ΚΚΕ με αγώνες και εξορίες με έντονα όμως θρησκευτική αγωγή. Θυμάμαι ένα γνωστό μου ήρωα κομμουνιστή που χαρακτήρισε ανάγωγο κάποιον που μιλούσε ανόητα στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.
Είναι προς τιμή της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι στο νέο καταστατικό του κόμματος όπως τροποποιήθηκε το 1996 έχει απαλειφθεί ο όρος «αθεΐα».
Όμως το ΚΚΕ με πολλές κόκκινες σημαίες, ελάχιστες Ελληνικές, θάβει κομμουνιστικά τον Χριστιανό Ορθόδοξο αρχηγό του παρά τη θέληση του ιδίου και των οικείων. Έχουμε λοιπόν το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του Έλληνα κομμουνιστή αλλά και ταυτόχρονα ενός θρησκευόμενου που δεν μπορεί άμεσα να το ομολογήσει. Γνωρίζετε φίλοι ότι ο Μπελογιάννης απαίτησε στο χωριό του να χτιστεί εκκλησία για να ενώνει όλους τους εξόριστους Έλληνες;

Υ. Γ.
Ευχαριστώ του πατέρες του Όρους που μου έδωσαν τις πληροφορίες πάνω στις οποίες στηρίχτηκε το προηγούμενο κείμενο, ιδιαίτερα τον π. Μάξιμο, τον π. Πρόδρομο από την Ι. Μ. Ιβήρων, τον π. Κύριλλο και π. Μωυσή από τις Καρυές και σας βεβαιώ ότι αναμένονται νεότερες δημοσιεύσεις από πατέρες του Όρους πάνω στο θέμα αυτό.
Γιώργος Σπηλιώτης, μαθηματικός
Πηγή: περιοδικό Ρεσάλτο, τ. 13 (Ιανουάριος 2007), σ. 16-17
.
.
. .

1202 - Αγρυπνία και μετάνοια στη ζωή του μοναχού


Αρχιμ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Μερικοί νομίζουν ότι πρέπει να έχουν πολλή μελέτη στην αγρυπνία τους, άλλοι πολλή προσευχή, άλλοι ότι πρέπει να τους χαρίση ο Θεός οράματα, ακροάματα, θεοπτίες, για να αποδείξη ότι υπάρχει ή ότι τους αγαπά. Όλα αυτά αναμφιβόλως είναι υπερβολές, τις οποίες εκμεταλλεύεται ο αντίδικος για να μας καταπιή.
 Πώς λοιπόν ιστάμεθα ενώπιον του Θεού; Κατ’ αρχάς, ιστάμεθα σαν απλά παιδιά του. Η αγρυπνία μας είναι η ώρα της αγάπης μας με τον Θεόν. Όπως οι άνθρωποι έχουν τις ώρες που θέλουν να αγαπούν και να αγαπιούνται, έτσι και εμείς έχομε τις ώρες που ζούμε μαζί με τον Χριστόν μας, τις ώρες που τον περιμένομε και μας περιμένει, που προσπαθούμε να δείξωμε την αγάπη μας κατά τον τρόπο που καταλαβαίνει εκείνος. Εμένα, αν μου φέρης ένα γλυκό, μου κερδίζεις την καρδιά. Του άλλου την κερδίζεις με το να του πας ένα βιβλίο· αν του πας γλυκό, θα αποτύχης. Το ίδιο και ο Θεός· θέλει να του πας τα δικά του δώρα, τα δικά του δωρήματα, αυτά που τα καταλαβαίνει. Επί πλέον, εφ’ όσον η ψυχή μας είναι αδύνατη και τρικυμίζεται, και εφ’ όσον υπάρχει «αντίδικος ωρυόμενος», η ψυχή μας θέλει ενίσχυσι, θέλει τον τρόπο της για να μπορή να ξεπερνά τον εαυτό της και να νικά και να χαίρεται τον Θεόν. Γι’ αυτό θα αναφερθούμε σε μερικά πολύ απλά θέματα.
Το πρώτο, που πρέπει να επιτύχω στην αγρυπνία μου, μετά την έγερσί μου, είναι το ξύπνημά μου. Πώς θα ξυπνήσω; Άλλος κάνει μετάνοιες, άλλος πλένει το κεφάλι του, τα μάτια του, άλλος κάνει περίπατο έξω από το κελλί του μέσα στο μοναστήρι ή, όταν είναι ερημίτης, επάνω στα βουνά. Αλλά οι Πατέρες χρησιμοποιούσαν πολλούς τρόπους και για να ξυπνούν. Άλλοι ζητούσαν να τους χτυπούν την πόρτα. Άλλοι είχαν κάτι επάνω τους, μια σφαίρα επί παραδείγματι, η οποία έπεφτε και ξυπνούσαν. Σε άλλους έφθανε μία καρφίτσα, που θα έπεφτε από πάνω τους ή από το χέρι τους ή από την βάσι ενός κεριού, που το άναβαν και, όταν έλειωνε, έπεφτε η καρφίτσα και ξυπνούσαν.
Ο ύπνος είναι ένας δούλος που μπορείς να τον κάνης ό,τι θέλεις. Όποτε θέλομε καλούμε τον δούλο μας, όποτε θέλομε του λέμε, πήγαινε τώρα να ξεκουρασθής και, όταν σε χρειασθώ, θα σε ξαναφωνάξω. Ο ύπνος ξέρει να υποτάσσεται στον άνθρωπο, αλλά ο άνθρωπος υποτάσσεται στο αφεντικό του, τον Θεόν;
Τα αγρίμια της γης υποτάσσονται στον Θεόν και στον αφέντη τους. Δεν θα υποταχθη ο ύπνος στον άνθρωπο; Αρκεί ο καθένας μας να βρη το δικό του μέτρο και τις δικές του σημερινές δυνατότητες, διότι δεν χρειαζόμαστε πάντοτε τις ίδιες ώρες ύπνου. Τώρα χρειάζομαι οκτώ ώρες, αλλά μετά από έναν χρόνο μπορεί να χρειάζωμαι πέντε ώρες και μετά τρεις ώρες. Αν τυχόν μετά από τρία χρόνια αρρωστήσω, θα χρειάζωμαι έξι ώρες. Όταν θα είμαι ταπεινός, δεν θα επιδιώκω να κάνω το θέλημά μου και τις επιθυμίες μου, αλλά αυτό που θα μπορώ να κάνω εξ αιτίας των νέων συνθηκών.
Αλλά, για να υποτάξω τον δούλο που λέγεται ύπνος και να τον θέσω υπό τις διαταγές μου, είναι ανάγκη να ξεπεράσω τα ορμέμφυτά μου, τις επιθυμίες μου, διότι αυτά είναι, ως επί το πλείστον, η αιτία και δεν έχω τον ύπνο στα χέρια μου. Θα πρέπει να μάθω να λέγω, έλα ύπνε, να κλείνω τα μάτια και να κοιμάμαι. Πολλοί όμως είναι τόσο σπασμένοι από τα αποτυχημένα τους όνειρα, από τους πόθους και τα βουλήματά τους, από τα θελήματα και τις απογοητεύσεις τους, από τις ελπίδες και τις απελπισίες τους, ώστε μπορεί να πέσουν στο κρεββάτι, και να τους πάρη ο ύπνος μετά από τρεις και τέσσερις και πέντε ώρες, ή μπορεί να μην τους πάρη και καθόλου. Έκτος αν είναι καθαρώς θέμα υγείας, αλλά και τότε ο παράγων ψυχή παίζει τον ρόλο του. Σε κάθε άλλη περίπτωσι ο άνθρωπος μπορεί να κυβερνά τον ύπνο του: θέλω να κοιμηθώ; να κοιμάμαι· θέλω να ξυπνήσω; να ξυπνώ.
Για να επιτύχω λοιπόν στον κανόνα μου, πρέπει, πρώτον, να κάνω υποχείριο τον υπηρέτη μου που λέγεται ύπνος. Δεύτερον, χρειάζεται να ηρεμήσω, να νοιώσω ειρήνη και γαλήνη· να σταθώ χωρίς υπερδιέγερσι, χωρίς υπερέντασι του νευρικού και του ψυχικού συστήματός μου, και εν συνεχεία να ανεβάσω τον νου μου εκεί που εγώ θέλω. Ο νους μου δεν πρέπει να είναι σαν ένας αλήτης που πάει από εδώ και από εκεί· δεν πρέπει να γυροφέρνη όπως οι κυκλευταί μοναχοί, αλλά να επιστρέφη στον εαυτό του.
Πού όμως θα καθίσω; Προτιμώ να καθίσω σε πολυθρόνα; Μπορώ να καθίσω. Η πολυθρόνα έμενα μου φέρνει ύπνο; Θα καθίσω σε μια άλλη καρέκλα, ή στον ξύλινο καναπέ, ή στο ξύλινο χαμηλό κρεββάτι μου. Επίσης, μπορώ να κάνω ένα σκαμνάκι με τρία πόδια, ώστε, εάν με πάρη ο ύπνος, να πέσω και να ξυπνήσω. Ό,τι θέλω μπορώ να κάνω, μόνο να είμαι ήρεμος, διότι, όταν είμαι ήρεμος, εξουσιάζω την αναπνοή μου, τους χτύπους της καρδιάς μου, το πνεύμα μου, τα πάντα. Μπορώ τότε να πω: έλα, Θεέ μου, και να το αντιληφθώ. Όταν όμως η καρδιά χτυπάη άτακτα, όταν η αναπνοή μου γίνεται άτακτα, όταν μέσα μου τα βουλήματά μου είναι δυνατά, πώς να πάρω είδησι τον Θεόν; Μόνον αν έχω καμιά σατανική φαντασία, τότε θα πω: «Κύριε Ιησού Χριστέ, σε ευχαριστώ που καταδέχθηκες να μπης στο αμαρτωλό μου κελλί», αλλά δεν θα είναι αυτός ο Χριστός. Χρειάζεται λοιπόν να ηρεμήσω, να είμαι ξεκούραστος, όχι τόσο σωματικά, όσο πνευματικά. Η υποδούλωσις του ύπνου και η ηρεμία είναι μία προετοιμασία.
Τρίτον, θα επιδιώξω την συντριβή της καρδίας και τις μετάνοιες. Μόνον «καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει». Όταν όμως εγώ έχω την επίγνωσι της αρετής μου, των χαρισμάτων μου, των αγιοτήτων μου, όταν ζητώ από τον Θεόν θείες ελλάμψεις, όταν του ζητώ να γίνω και εγώ μεγάλος, δεν μπορώ να έχω συντριβή καρδίας. «Ζηλούτε τα χαρίσματα τα κρείττονα», λέγει, ο Απόστολος, και το μείζον είναι η αγάπη προς τον Θεόν. Δεν θα ζητήσω λοιπόν κάτι άλλο από την συντριβή, ούτε θα καθίσω σαν δίκαιος ενώπιον του Θεού και θα του απαιτήσω. Αυτό που θα κάνω θα είναι να του ομολογήσω την αμαρτία μου, την ανομία μου, την φτώχεια μου, με τέτοια διάθεσι, ώστε να μη μου υποθάλπη τον εγωισμό, αλλά να μου συντρίβη την καρδιά. Τότε ό Θεός θα επίβλεψη στην καρδιά μου, διότι ο ίδιος λέγει: «Επί τίνα επιβλέψω; Αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και τον ησύχιον και τρέμοντα τους λόγους μου».
Επομένως, δεν αρκεί μόνον να διαβάζω ή να προσεύχωμαι. Είναι απαραίτητο να επιδιώξω την συντριβή της καρδίας, η οποία μπορεί να γίνη και με την στάσι μου και με ορισμένες σκέψεις που θα κάνω για τον Θεόν, ή με οτιδήποτε άλλο. Όλα αυτά βεβαίως είναι εισαγωγικά. Μπορώ ακόμη να γονατίσω ενώπιον του Θεού και να τον παρακαλέσω να μου συγχώρηση την αμαρτία μου, που πιθανόν δεν την ξέρω, δεν την φαντάζομαι, αλλά ξέρω πως είμαι αμαρτωλός.
Εν συνέχεια θα κάνω μετάνοιες· με τον όρο «μετάνοιες» εννοούμε και τις σωματικές μετάνοιες. Συμβάλλουν πολύ και αυτές, όπως το βλέπομε καθημερινά. Μερικοί μοναχοί έκαναν χιλιάδες μετάνοιες, ενώ ήταν ακόμη στον κόσμο. Οι μετάνοιες είναι και υπόθεσις εποχής, υγείας, τόπου. Πάντως, έχουν μία σημασία, όπως μαρτυρεί η προσωπική πείρα, οι Πατέρες της Εκκλησίας και τα βιβλία μας. Είναι ένας κόπος, μία θυσία ενώπιον του Χριστού. Οι κοσμικοί άνθρωποι σηκώνονται το μεσονύκτιο για τα παιδιά τους, για τον άνδρα τους, για άλλες υποθέσεις. Η δική μας η κούρασις την νύκτα είναι οι μετάνοιες.
Κυρίως όμως με τον όρο «μετάνοιες», εννοούμε διεγέρσεις της ψυχής μας για να μετανοήση, διότι το πιο ισχυρό γεγονός της ζωής μας είναι η παχυλότητα της σαρκἰνης και της δήθεν πνευματικής καρδιάς μας, που δεν θέλει ποτέ να αναγνωρίση ότι είναι αμαρτωλή. Εάν λέμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, το λέμε με τα χείλη, αλλά δεν το παραδεχόμαστε και δεν το καταλαβαίνομε. Μπορεί να πούμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» ή «ήμαρτον ενώπιόν σου», εάν όμως μας ρωτήσουν τί αμαρτίες κάναμε, θα πούμε, δεν έκλεψα, δεν σκότωσα, ό,τι λένε οι κοσμικοί άνθρωποι. Τουλάχιστον αυτοί δικαιολογούνται, διότι δεν καταλαβαίνουν. Εμείς δικαιολογούμεθα να μην καταλαβαίνωμε; Όταν λοιπόν λέμε μετάνοιες, εννοούμε τέτοιες προσπάθειες, να ξεσηκώνωμε την καρδιά και τον νου μας, για να καταλάβουν την αμαρτωλότητά τους και να έχουν όχι μία, αλλά αλλεπάλληλες μετάνοιες.
Για να βοηθήσωμε την καρδιά και τον νου μας να μετανοήσουν, προσπαθούμε να δημιουργήσωμε μία ατμόσφαιρα σοβαρή, αξιοπρεπή, κατανυκτική. Την ώρα εκείνη, και μάλιστα τις ευγενέστερες και ωραιότερες στιγμές, αν θυμηθής κάτι, μην το γράψης. άφησέ το. Όταν ο κανόνας σου είναι πέντε ώρες, είναι φυσικό, κάτι που θα σου πη ο Θεός, να θέλησης να το γράψης για να το παρουσίασης στον Γέροντα σου· παρ’ όλα αυτά, μην το κάνης τις στιγμές που η καρδιά πια αρχίζει να ανεβαίνη στον Θεόν. Τότε δεν θέλομε κανέναν, ούτε και τον Γέροντα· έχομε τον Κύριόν μας και τον Θεόν μας.
Πώς όμως πετυχαίνω την συντριβή; όχι τεχνικά, αλλά με την φυσική μου στάσι και τοποθέτησι ενώπιον του Θεού. Έστω, και αν δεν το νοιώθω, το ξέρω ότι είμαι αμαρτωλός. Παρουσιάζω λοιπόν τον εαυτό μου σαν αμαρτωλά ενώπιον του Θεού, για να μπορέσω κάποτε να το καταλάβω και να οδηγηθώ στην αληθινή μετάνοια. Αυτή είναι δώρο του ιδίου του Θεού, αποτέλεσμα των πολλών μου εξομολογήσεων και μετανοιών, των πολλών μου κόπων και συντριβών.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας αποκαλούσαν τον εαυτό τους μοιχό, τάλα, πόρνο, κλέφτη, ληστή, ενώ ούτε στο όνειρό τους δεν είχε συμβή κάτι τέτοιο. Εν τούτοις, απέδιδαν στον εαυτό τους όλα αυτά τα αμαρτήματα, είτε σαν μία προσπάθεια να προσφέρουν το είναι τους στον Θεόν, είτε σαν μία προσπάθεια να πετύχουν το έλεος του Θεού, ή να συντριβή επί τέλους αυτή η μαλθακή και σκληρή καρδιά και να καταλάβη ότι είναι αμαρτωλή. Εμείς δεν καταλαβαίνομε την αμαρτία μας. Ενώ είμαστε γεμάτοι από αμαρτίες, δεν καταφέρνομε να έχωμε την αμαρτία μας διαρκώς ενώπιον των οφθαλμών μας, όπως λέγει ο Ψαλμωδός: «Η αμαρτία ενώπιόν μού έστι διά παντός». Εμείς έχομε το ιδανικό μας, την ιδεολογία μας, τις απαιτήσεις μας από τον Θεόν, τα όνειρο να φθάσωμε ψηλά, να επιτύχωμε πολλά. Γι’ αυτό δεν υψωνόμαστε ούτε ένα δακτυλάκι πάνω από την γη.
Πολλοί Πατέρες, για να πετύχουν την συντριβή, κτυπούσαν τα στήθη τους όπως ο τελώνης, λέγοντας «ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ»· άλλοι διερρήγνυαν τα ιμάτιά τους. Εμείς βέβαια δεν θα κάνωμε τέτοια πράγματα, θα στεκώμαστε όμως με αξιοπρέπεια. Δεν θα καθίσω, λόγου χάριν, επάνω στο κρεββάτι μου για να διαβάσω, ή δεν θα ξαπλώσω για να προσευ¬χηθώ. Άλλο όταν προσεύχωμαι νοερά με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» επί ώρες. Τότε θα το πω και καθιστός και όρθιος και ξαπλωμένος, μπρούμυτα και ανάσκελα. Αυτή η προσευχή είναι ολονύκτια αγωνία για τον Χριστόν. είναι μία πάλη. Επειδή φέρω την αδυναμία της σαρκός, τότε θα τα χρησιμοποιήσω όλα, για να μπορέσω να νικήσω.
Στέκομαι λοιπόν ενώπιον του Θεού επιδιώκοντας την συντριβή της καρδίας, το σπάσιμο του πάγου, με τις εξομολογήσεις ενώπιον του Θεού, και προσπαθώντας να κατανοήσω ότι εδώ είμαστε εγώ, ο τιποτένιος, και ο Κύριός μου.
Κύριε, του λέγω, είσαι αόρατος, αλλά είσαι αληθινός. Είμαι ένα σκουπίδι της γης, και συ είσαι ο μεγάλος Θεός, «ο επί θρόνου χερουβικού εποχούμενος, ο των σεραφίμ Κύριος και βασιλεύς του Ισραήλ». Συ είσαι ο πλάστης μου. Είσαι αυτός που με ξέρεις μέχρι της τελευταίας λεπτομερείας ξέρεις και το πνεύμα μου και την ψυχή μου και την σάρκα μου. Δεσπόζεις της οικουμένης. Είσαι αυτός δίχα του οποίου τίποτε δεν γίνεται και έκτος του οποίου δεν υπάρχει τίποτε και εν τω οποίω υπάρχουν τα πάντα. Είσαι ο μεγάλος Θεός, ο πλήρης δόξης, ο πλήρης άγιότητος, ο πλήρης τελειότητος, και εγώ είμαι ο μηδαμινός.
Θα σκύψω, θα κλάψω, θα γονατίσω, θα προσκυνήσω, θα ξαναπροσκυνήσω, θα ξανακλάψω, μέχρις ότου συντριβή η ψυχή μου. Αν μπορώ να το κάνω αυτό σε έναν ναό, είναι προτιμότερο. Αν δεν μπορώ, ας το κάνω μέσα στο κελλί μου. Ο καθημερινός μου στίβος είναι το κελλί μου. Αν έχω κελλί που είναι ναός του Θεού, κερδίζω. Αν δεν έχω, ας βρω κάτι άλλο.
Θα επιδιώξω όμως την συντριβή της καρδίας και τις μετάνοιες όχι σαν ένα μέσο μαγικό, αλλά σαν κάτι που μου χρειάζεται. Η συντριβή δεν χρειάζεται στον Θεόν. Δεν έχει ανάγκη ο Θεός ούτε από τις αρετές μου ούτε από τις κακίες μου ούτε και από την συντριβή της καρδίας μου. Εγώ έχω ανάγκη αυτής της συντριβής, για να μπορώ να παρίσταμαι ενώπιόν του. Μόνον να μη συγχέωμε την πραγμάτωσι των επιθυμιών μας με την συντριβή, διότι, όταν έχωμε μια λαχτάρα και πραγματοποιήται, όταν έχωμε κάποιο όνειρο και νομίζωμε ότι το πλησιάζομε, όταν φαντασθούμε ότι ο Θεός αρχίζει να μας πλησιάζη. τότε εμείς χαιρόμαστε ή και κλαίμε και συντριβόμαστε. Επίσης, όταν σκεφθούμε την αμαρτία μας, μπορεί να κλάψωμε, αλλά δεν σημαίνει ότι κλάψαμε για τον Θεόν. Κλάψαμε γιατί θυμηθήκαμε την αμαρτία μας. Δεν είναι αυτό το θεϊκό κλάμα, το κλάμα της ταπεινοφροσύνης και της συντριβής· είναι το κ/άμα το χοϊκό, το ανθρώπινο, το ψυχικό. Έκλαψα, γιατί εγώ έκανα το τάδε κακό. Αυτό είναι θυμίαμα στο εγώ μου. Χρειάζεται προσοχή να μην μπερδεύεται ο πόθος μας, η ελπίδα μας και η απελπισία μας με την παρουσία του Θεού. Το πραγματικά δάκρυ είναι ξένο προς ό,τι αφορά τον εαυτό μας.
Μετά την συντριβή της καρδίας και της μετανοίας έρχεται η καθαρότης του βίου διά της οποίας βλέπομε τον Θεόν. Εμείς οι άνθρωποι θέλομε να δούμε τον Θεόν, αλλά πώς θα τον δούμε;
Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει το δικό του δώρημα από τον Θεόν, για να τον δη. Στον κάθε άνθρωπο ο Θεός έχει ξεδιαλύνει το πως θα τον δη. Το βέβαιο είναι ότι ο Θεός οράται με μύριους τρόπους, αυτό όμως εξαρτάται από την δική μας καθαρότητα. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται», λέγει ο Κύριος.
Με τον όρο «καθαρότητα» εννοούμε την καθαρότητα από την αμαρτία, αλλά προπάντων την καθαρότητα του νου. Ιδιαίτερα στο στάδιο αυτό δεν πρέπει να επιτρεπωμε στον νου μας να ασχοληθή με κάτι άλλο, έκτος από την προσευχή. Την ώρα που αγρυπνείς, είναι δυνατόν να σου μπη μία ωραιότατη σκέψι. Διώξε την. Μπορεί να σου έρθη μία ανάμνησις της αγάπης του Θεού, ο οποίος σταυρώθηκε για σένα. Μακριά τώρα και ο σταυρός του Χριστού. Δεν σου χρειάζεται τίποτε. Το μόνο που σου χρειάζεται είναι η καθαρότης, δηλαδή το άδειασμα του νου από το κάθε τι, καλό ή κακό. Μπορεί να σου γεννηθή η επιθυ¬μία να πης: Θεέ μου. ας είμαι για σένα νεκρός, άδειος. Τίποτε από όλα αυτά. Την ώρα εκείνη ο νους πρέπει να μείνη αχρωμάτιστος, κενός, να απαλλαγή από το κάθε τι, για να μπορής να τον γέμισης με την ευχή του Ιησού ή με άλλες μικρές προσευχές των αγίων. Αν δεν μπορούμε διαρκώς να κάνωμε την νοερά προσευχή, είναι δυνατόν να γεμίζουμε την ώρα μας με πολλές προσευχές. Οπωσδήποτε όμως η νοερά προσευχή είναι η πιο θετική, η πιο σύντομη, η πιο αποφασιστική, η πιο καρποφόρος και η πιο αρεστή εις τον Χριστόν.
Η καθαρότης του νου είναι βασική προϋπόθεσις, για να επιτύχωμε εν συνεχεία την καθαρότητα του βάθους της ψυχής μας από τα πάθη. Η καθαρότης του νου προσελκύει μέσα μας τον Θεόν, και τότε ο Θεός μπορεί να καθαρίση την καρδιά μας από τα πάθη τα οποία έχομε είτε από τον Αδάμ και την Εύα, είτε εκ κληρονομικότητος, είτε από τις δικές μας απροσεξίες. Εμείς δεν μπορούμε να κάνωμε κάτι, για να είμαστε «καθαροί τη καρδία». Μπορούμε όμως να έχωμε καθαρότητα νου.
Επιδιώκομαι λοιπόν το άδειασμα του νου και το γέμισμά του με τις λέξεις που λέμε στον Θεόν. Ο νους μας πηγαίνει μόνον στο γράμμα και στο νόημα των λέξεων. Ούτε τον ίδιον τον Θεόν δεν θα ζητάμε, διότι ζητώντας τον ζητάμε τον εαυτό μας και χάνομε τον Θεόν. Ο Θεός ευρίσκεται σε εκείνους που δεν τον ζητούν, σε εκείνους που δεν ερωτούν γι’ αυτόν.
Επίσης, στην προσευχή μας θα ζητάμε από τον Θεόν την ευφροσύνη της καρδίας μας, θα την ζητάμε δε ως μαρτυρία της παρουσίας και της αγάπης του. Αυτή δικαιούμεθα να την ζητάμε. Αγνοώντας τον Θεόν και ζώντας χωρίς αυτόν, η ζωή μας είναι τόσο βαρειά και σκληρή, ώστε θέλομε κάτι που να μας κάνη πιο ελαφριά την ζωή μας και πιο αερίσια την προσευχή μας, για να μπορή να ανεβαίνη άνετα. Αυτό μπορούμε να το επιτύχωμε με την ευφροσύνη. Η ευφροσύνη είναι μία πανήγυρις της καρδιάς, μία εκδρομή, μία ξεκούρασις και απόλαυσις του νου, ένα βίωμα της ψυχής, κάτι που μένει στην ζωή μας. Η ευφροσύνη, μας κάνει να αρχίζωμε με πολύ θάρρος και διάθεσι και χαρά την αγρυπνία μας, να την επιθυμούμε, να την αυξάνωμε.
Αλλά, εάν υποθέσωμε ότι η αγρυπνία μας είναι σκληρή σαν τον θάνατο, μαύρη σαν την σκοτεινιά της νύκτας, βαρειά σαν το πιο βαρύ σύννεφο που μπορεί να πέση επάνω μας, τότε τί θα κάνωμε; Τότε ας κλαύσωμε, ας μοχθησωμε, ας παρακαλέσωμε, ας απειλήσωμε τον Θεόν, για να μας δώση την ευφροσύνη. Δεν θα σταματήσωμε την αγρυπνία μας· θα την κάνωμε σαν μία προσφορά της καρδιάς μας, σαν μία αγωνιστικότητα, σαν μία θυσία. Όπως η χήρα έβαλε στο γαζοφυλάκιο το μοναδικό δίλεπτο πού είχε, όπως οι Ιουδαίοι προσέφεραν τα πρωτότοκά τους ή τον εαυτό τους στον Θεόν, έτσι και εμείς θα προσ¬φέρωμε την νύκτα μας, το ωραιότερο μέρος της ζωής μας. Παράλληλα όμως, θα παρακαλάμε τον Θεόν να μας χαρίζη ευφροσύνη.
Μη νομίζετε πως είναι δύσκολο. Ο Θεός αμέσως απαντάει. Εάν, όταν παρακαλάς έναν άνθρωπο, αυτός συγκινήται και σε αγκαλιάζη, σε φιλά και σου φέρνη δώρα, πόσο μάλλον ο Θεός. Αλλά και εάν δεν μας απάντηση, εμείς θα συνεχίσωμε να ζητάμε την ευφροσύνη. Δεν θα ζητάμε να δούμε τον Χριστόν, να μας μιλήσουν οι άγγελοι, να νοιώσωμε το Άγιον Πνεύμα, να έλθη ο άγιος Νικόλαος να μας λύση το πρόβλημα· δεν θα πειράζωμε τον Θεόν, θα ζητάμε όμως την ευφροσύνη μας. Τα άλλα είθε να μας τα δώση, όποτε Εκείνος νομίζει ότι θα μας είναι χρήσιμα στην ζωή μας. Η ευφροσύνη έχει μεγαλύτερη αξία και από χίλιες θεοφάνειες, διότι είναι η ατμόσφαιρα της συναντήσεώς μας με τον ερχόμενον Χριστόν, είναι το έρεισμα, η κρηπίς, επάνω στην οποία θα προστεθή όλη μας η αγρυπνία. Αν δεν έχωμε ευφροσύνη, σπάνε τα νεύρα μας, δημιουργούνται καχεξίες, πόνοι, παραλυσίες, μουδιάζουν τα πόδια μας, ζουζουνίζουν τα αυτιά μας, πονάει η καρδιά μας.
Στην αγρυπνία μας χρειαζόμαστε και κάτι ακόμη, το φλέγον πυρ. Και αυτό δεν μπορούμε να το αποκτήσωμε μόνοι μας, μόνον ο Θεός μπορεί να μας το δώση. Ο Θεός είναι «ο ποιών τους λειτουργούς αυτού πυρ φλέγον». Το πυρ είναι η φωτιά που ανάβει μέσα μας, η όρεξις να αγρυπνούμε, η αναβίβασις του εαυτού μας, το πτέρωμά μας, το οποιο μας κάνει όχι μόνον να αντέχωμε στην αγρυπνία μας, αλλά και να μη θέλωμε να σταματήσωμε. Μπορεί να περάσουν δύο, τρεις, επτά, δεκαπέντε ώρες, και να νομίζωμε ότι δεν πέρασαν παρά μόνον πέντε λεπτά. Έρχεται η ώρα να τελειώσωμε, γιατί οι υποχρεώσεις μας καλούν, και πονάει η καρδιά μας να διακόψωμε την αγρυπνία μας.
Όταν όμως ο Θεός μας κάνη μια φωτιά την ώρα της αγρυπνίας μας, σιγά-σιγά γίνεται φωτιά και όλη η ζωή μας. Όπως τα δάκτυλα των αγίων γίνονταν σαν αναμμένες λαμπάδες και το φως τους ανέβαινε προς τα πάνω, έτσι μπορεί να γίνη και η δική μας ύπαρξις. Χωρίς φωτιά, ο δορυφόρος δεν ανεβαίνει στην σελήνη· πώς θα ανέβω εγώ στον ουρανό;
Ας παρακαλούμε λοιπόν τον Θεόν να κάνη πυρφόρα την προσευχή μας, τα ανεβάσματά μας, την αγρυπνία μας, τις κραυγές της καρδιάς μας, τις γονυκλισίες μας, τους κόπους μας, την χαμαικοιτία μας, τα πάντα. Όταν η ζωή μας δεν είναι κάτι τέτοιο, τότε κοιμόμαστε ύπνο βαθύτατο ακόμη και μέσα στην αγρυπνία μας. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, ας κοιμώμαστε αγρυπνούντες, παρά στο κρεββάτι μας. Προτιμότερο να κοιμάμαι όρθιος ενώπιον του Κυρίου και να βλέπη την αγωνία μου και τον αγώνα μου, παρά να πηγαίνω να κοιμηθώ.
Με την συντριβή της καρδίας, με τις μετάνοιες, με την καθαρότητα του νου διά της οποίας βλέπομε τον Θεόν, με την ευφροσύνη και το φλέγον πυρ, το οποίο είναι αναγκαίο για να μεθιστάμεθα στην άλλη ζωή, η αγρυπνία μας, η προσευχή μας, το κελλί μας, η ψυχή μας γίνεται εύφορος τόπος, όπου μπορεί κανείς να βρη τον Θεόν, να τον αγκαλιάση, και ο γεωργός, ο Θεός, μπορεί να γεωργή την ύπαρξί μας.
Ο προφήτης Ησαΐας μακαρίζει τους ανθρώπους οι οποίοι σπείρουν «επί παν ύδωρ», σε χωράφια ποτιστικά, «ου βους και όνος πατεί», όπου μπορούν να πατούν ελεύθερα ο βους και ο όνος και να τα καλλιεργούν. Το λέγει αυτό. διότι στην Παλαιστίνη υπήρχε πολλή ξηρασία. Επειδή συνήθως έπεφταν κατακλυσμιαίες βροχές, η ξηρασία συνεχιζόταν. Γι’ αυτό η Παλαιά Διαθήκη μιλάει συνεχώς για δίψα και βροχή, γι’ αυτό και οι Ιουδαίοι φαντάζονταν τον Θεόν μέσα στον κατακλυσμό.
Επίσης, με την βροχή το έδαφος γινόταν πολύ εύφορο, και η βλάστησις ήταν άφθονη. Τότε μπορούσαν να αφήνουν τα ζώα τους να βόσκουν ελεύθερα.
Και εμείς μπορούμε να κάνωμε την αγρυπνία μας, το κελλί μας, το μοναστήρι μας, την λειτουργία μας, όλη την ζωή μας, εύφορο χώμα. Χρειάζεται όμως να ζούμε όπως είπαμε προηγουμένως. Διαφορετικά, θα είμαστε ξηρή γη και δεν θα μπορούν να την καλλιεργούν ο όνος και ο βους, οπότε δεν θα έχωμε καρπούς. Μπορεί να κουραζώμαστε μια ολόκληρη ζωή και να μην κάνωμε τίποτε. Μπορεί όμως μία φορά να σπείρωμε και να θερίσωμε δυό και τρεις και είκοσι φορές. Γιατί να μην το προτιμήσωμε; Είναι τόσο εύκολο να το πετύχωμε, αρκεί να κατανοήσωμε τον μακαρισμό αυτό. Ο Θεός μάς έφερε στο μοναστήρι, για να μπορή να έρχεται και να σπέρνη στα σπλάγχνα μας και να βγάζη όλους αυτούς τους θησαυρούς· να βάζη τους αγγέλους και τους αγίους του να αντλούν από μέσα μας όλα τα δώρα και τα καρπώματα που μας έχει δώσει. Δεν μας έφερε για κάποιο πενιχρό αποτέλεσμα.
Προχωρώντας ο Προφήτης λέγει: Με δοξολογούν τα θηρία του δρυμού, τα αγρίμια του λόγγου, τα τέρατα της γης, διότι γέμισα όλη την έρημο με ύδατα και την άνυδρο γη με ποταμούς. Δηλαδή ο Θεός μπορεί να αλλοιώση το παν.
Και εμείς ζούμε την ερημιά μας, το άνυδρό μας, την φτώχεια μας, την απουσία του Θεού, αλλά ο Θεός μπορεί να μας γέμιση με ύδατα, ακόμη και με ποτάμια, και τότε η σχέσις μας με τον Γέροντα θα είναι αληθινή, μυστηριακή, μυστική.
Τί θα κάνωμε; Θα σταθούμε στην φτώχεια μας; Τα αγρίμια νοιώθουν το γέμισμα της ανύδρου γης με ποτάμια. Οι δικές μας ψυχές θα ζουν μέσα στην ανυδρότητά τους; Δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Μπορούμε να πληρωθούμε από την δοξολόγησι του Θεού, τουλάχιστον από όμοια με αυτή των αγριμιών. Τότε μπορεί να γίνη λόγος περί πνευματικής ζωής. Τότε μπορεί να υπάρχη ελπίς για την επιβίωσι και της ψυχής και της οικογενείας. Τότε δεν θα μας νοιάζουν τα χρόνια της ζωής μας, αλλά ο καρπός τον οποίο θα μαζέψωμε. Ας ευχώμεθα μία τέτοια ζωή για τον εαυτό μας.

(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. 
«Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», 
εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 458-472)

1201 - Η Πολιτεία εξωθεί το Άγιο Όρος στους Σλάβους;



Στα πρόθυρα ρήξης οι σχέσεις μεταξύ Αγίου Όρους και Αθηνών

Η υποβόσκουσα ένταση στις σχέσεις Αγίου Όρους και πολιτείας έφτασε προχθές στα πρόθυρα ανοιχτής ρήξης, με αφορμή τη φορολόγηση των εκτός χερσονήσου Άθω ακινήτων των μοναστηριών.
Σε μια φορτισμένη συνεδρίαση η Διπλή Σύναξη της Ιεράς Κοινότητος, στην οποία συμμετέχουν οι εκπρόσωποι αλλά και οι ηγούμενοι των είκοσι μονών, καταγράφηκε τη Δευτέρα η πρόθεση του σώματος να κηρύξει υπό διωγμό το Άγιον Όρος και να παγώσει τις σχέσεις με την ελληνική πολιτεία.
Το ανώτατο διοικητικό όργανο της μοναστικής κοινότητας εμφανίστηκε αποφασισμένο να προσφύγει προς αναζήτηση ηθικής και υλικής βοήθειας σε ομόδοξες χώρες (σλαβικές), με πρώτες εκείνες που έχουν μοναστηριακή παρουσία στον Άθω, δηλαδή Ρωσία, Σερβία, Βουλγαρία.
Διορία έως τις 15 Μαΐου
Η Διπλή Σύναξη κατηγορεί την ελληνική πολιτεία για εμπαιγμό και παλινωδίες και απευθύνει τελεσίγραφο, σύμφωνα με το οποίο η βούλησή της να παγώσει τις σχέσεις και να κηρύξει υπό διωγμό το Ορος θα τεθεί σε ισχύ αυτομάτως ως απόφαση της Ιεράς Κοινότητος αμέσως μετά τη 15η Μαΐου, οπότε υπολογίζουν ότι θα έχει σχηματιστεί κυβέρνηση, εάν δεν έχει λάβει απάντηση επί των αιτημάτων της.
Τη ρήξη προκάλεσε η φορόλογηση των εκτός Αγίου Ορους ακινήτων των μοναστηριών. Οι αγιορείτες ζητούν από την πολιτεία να μην καταβάλλουν φόρους για τα διαμερίσματα, καταστήματα κ.λπ που κατέχουν οι μονές από δωρεές ή αγορές εκτός του Αθω, με το αιτιολογικό ότι από αυτά αντλούν πόρους για τη συντήρησή τους και για τη φιλοξενία χιλιάδων προσκυνητών κάθε χρόνο. Η προηγούμενη κυβέρνηση συμπεριέλαβε τα ακίνητα στα υπό φορολόγηση, αλλά ταυτόχρονα, όπως λένε στις Καρυές, καλλιεργούσε στους μοναχούς προσδοκίες ότι θα «τακτοποιήσει» το θέμα με νομοθετική ρύθμιση, χωρίς ωστόσο να τηρήσει τις υποσχέσεις της.
«Επί τρία χρόνια μας εμπαίζουν. Ο κόμπος έφτασε στο χτένι. Στις επιτροπές μας που πηγαινοέρχονταν στην Αθήνα και συναντούσαν υπουργούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους έλεγαν να μην ανησυχούμε και πως θα υπάρξει νομοθετική ρύθμιση για την εξαιρεσή μας. Δεν έγινε τίποτα. Περιμένουμε μέχρι και τις εκλογές και η απόφασή μας μετά θα είναι σκληρή» τόνιζε αγιορείτικη πηγή.
Παρακράτηση ενοικίων
Σύμφωνα με πληροφορίες, το θέμα όχι μόνο δεν «τακτοποιήθηκε», αλλά ήδη σε τουλάχιστον μία μονή του Αγίου Ορους έγινε παρακράτηση ενοικίων από γραφεία που στεγάζονταν υπηρεσίες του Δημοσίου λόγω μη καταβολής του ΕΤΑΚ.
Η αντίδραση της Ιεράς Κοινότητος ήταν αναμενόμενη. Σύννεφα στις σχέσεις της με την πολιτεία συσσωρεύονταν διαρκώς τα τελευταία χρονια πάνω από τον Αθω, με αφορμή τη διακοπή των κονδυλίων για την ψηφιοποίηση των κειμηλίων, την υπόθεση Βατοπεδίου κ.ά., όμως το ποτήρι ξεχείλισε η φορολόγηση των ακινήτων. Πέρυσι, την ύστατη ώρα, αποσοβήθηκε η λήψη απόφασης της Ιεράς Κοινότητος, αν και συζητήθηκε και καταγράφηκε και τότε σχετική βούληση να στραφεί προς τη Μόσχα για υποστήριξη, εξέλιξη που θα ενέπλεκε τον ρωσικό παράγοντα στις σχέσεις Αγιορειτών και ελληνικής πολιτείας.
Και ήταν αυτός ακριβώς ο λόγος για τον οποίο στην τότε κυβέρνηση Παπανδρέου προκλήθηκε πανικός και κάποιοι εμπλεκόμενοι παράγοντές της έφτασαν να μιλήσουν για «προδοσία». Τελικά έπειτα από έντονο παρασκήνιο και υποσχέσεις για «τακτοποίηση» η ρήξη αποσοβήθηκε, αλλά μάλλον προσωρινά καθώς εκδηλώνεται δριμύτερη τώρα.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός κ. Γ. Παπανδρέου, κατά την επίσκεψή του στις Καρυές για να συναντήσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, είχε διαβεβαιώσει την Κοινότητα πως θα έκανε ό,τι μπορούσε για να βρεθεί λύση. Τα ίδια είχε πει νωρίτερα στο δικό του προσκύνημα και ο υπουργός Εξωτερικών κ. Δ. Δρούτσας, ο οποίος είχε συγκαλέσει και την επί των αγιορείτικων ζητημάτων διυπουργική στην Αθήνα, χωρίς αποτέλεσμα.

 
«Βυζαντινή διπλωματία»
Οι μοναχοί θεωρούν τώρα ότι ο χρόνος και η υπομονή τους εξαντλήθηκαν και στη Διπλή Σύναξη της Δευτέρας κατέθεσαν τη βούλησή τους, διατυπωμένη με «βυζαντινή διπλωματία», να έχει δηλαδή τη μορφή «μη απόφασης» μέχρι την 15η Μαΐου και εφόσον δεν ικανοποιηθεί το αίτημά τους να μετατραπεί αυτομάτως αμέσως μετά σε απόφαση!
Σύμφωνα με πληροφορίε, η Κοινότητα εξουσιοδότησε τον πολιτικό διοικητή του Αγίου Ορους και εκπρόσωπο της πολιτείας, κ. Αρίστο Κασμίρογλου, να διαβουλευθεί με τους αρμοδίους. Ο ίδιος ο κ. Κασμίρογλου, πάντως, ερωτηθείς από την «Κ» απέφυγε να σχολιάσει τα όσα διαδραματίστηκαν στη συνεδρίαση.
Σε μια άλλη ενδιαφέρουσα απόφασή της η Διπλή Σύναξη αποφάσισε να σταλεί στη Βουλγαρία για μόνιμη εγκατάσταση πιστό αντίγραφο της θαυματουργού εικόνας του Αξιον Εστί.

Σταύρος Τζίμας

1200 - Όσιος Γερμανός ο Μαρούλης (+1336)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 2 Μαΐου


Ὁ θαυμαστὸς Ὅσιος Γερμανὸς ὁ Ἁγιορείτης
Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ (1252-1336) εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ ἁγιολογικὰ ἔργα τοῦ Ὁσίου πατρὸς ἡμῶν Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου. Ἡ στενὴ σχέση τῶν δύο φίλων (Γερμανοῦ-Φιλοθέου) φαίνεται μέσα ἀπὸ τὶς νοσταλγικὲς ἀναφορὲς σὲ συγγενικὰ πρόσωπα καθὼς καὶ στὶς λεπτομέρειες τῆς παιδικῆς ἡλικίας τοῦ Ὁσίου.
Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου διασώζεται σὲ δύο χειρόγραφους κώδικες, ἕνας ἐκ τῶν ὁποίων βρίσκεται στὸ Ἅγιον Ὄρος: α) Ἰβήρων 590, τοῦ ιδ´ αἰῶνος, καὶ β) Marcianus Cr. 582 ιε´ αἰῶνος (ἀντίγραφο τοῦ πρώτου)
Τὸν πρωτότυπο βίο τοῦ Ὁσίου πρωτοεξέδωσε ὁ καθηγητὴς Δ. Τσάμης στὸ «Ἀνάτυπο Ἐπιστημονικῆς Ἐπετηρίδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης» (τόμος 9, 26, 1981). Στὴ συνέχεια, τὸ 1985, ἐκδόθηκε σὲ μετάφραση ἀπὸ τὸ «Περιβόλι τῆς Παναγίας».


Φιλοθέου τοῦ Κοκκίνου
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΥ
ΤΟΥ ΕΝ Τῌ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΑΘΩ
ΣΕΒΑΣΜΙᾼ ΚΑΙ ΜΕΓΙΣΤῌ ΛΑΥΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ[1]

Ἀλλὰ πῶς ἄν τις τὸ καθ᾿ ἡμᾶς αἰτίας ἀπολύσῃ καὶ μώμων, Γερμανὸν οὕτω σιγῇ καταλιπόντας τὸν μέγαν, τὸν λύχνον ὑπὸ τὸν μόδιον, φημί, καὶ τὴν κλίνην, τὸν ἀστέρα τῆς ἀρετῆς τὸν διαφανῆ τε καὶ λαμπρὸν ὑπὸ γῆν αὖθις, ζωῆς ἐν τῷ κόσμῳ λόγον ἐπέχοντα, κατὰ τὸν μέγαν εἰπεῖν Παῦλον· Γερμανὸν ἐκεῖνόν φημι ὃν ἤνεγκε μὲν περιφανὴς Μακεδόνων μητρόπολις, τὸ φίλον ὄντως ἐμοὶ καὶ ἥδιστον ἔδαφος, θαυμαστὴ καὶ μεγάλη Θεσσαλονίκη, Ἄθως δ᾿ ἐκεῖθεν μέγας δεξάμενος, τὸ πῖον καὶ τετυρωμένον, εἴποι τις ἂν κἀνταῦθα δικαίως, ὄρος, τὸ ὄρος τοῦ Θεοῦ, ἐν κατοικεῖν «τὰ πάντα πληρῶν» εὐδόκησε διὰ τὴν ἀρετὴν δηλονότι τῶν ἐνοικούντων, ἔθρεψέ τε πνευματικῶς, εἴπερ τινά που τῶν πάντων, καὶ εἰς ἄνδρα προαγαγὼν τέλειον, «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» μετὰ πολλοῦ γε πάνυ τοῦ περιόντος, πυρσὸν ἀνέδειξε περιφανῆ τε καὶ διαέριον σοφίας τε καὶ γνώσεως πάσης τοῖς ἐκ τοῦ κοσμικοῦ τούτου πελάγους καὶ τῶν ἐνταῦθα πνευμάτων τε καὶ τοῦ κλύψωνος εἰς τὸν σωτήριον ἐκεῖνον κατιοῦσι λιμένα.[2]

Καταγωγὴ τοῦ Ὁσίου
Ὁ μέγας καὶ περιφανὴς αὐτὸς ἄνθρωπος κατήγετο ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη. Οἱ γονεῖς του εἶχαν πλοῦτο καὶ δόξα, ἀφοῦ ὁ πατέρας του ἦταν ὁ ὑπεύθυνος ὅλων τῶν οἰκονομικῶν τῆς πόλεως. Ἐπιφανέστεροι ὅμως ἦταν στὴν ἀρετὴ καὶ «σπουδασταὶ τῆς ἄνω δόξης». Χαρακτηριστικά τους ἦταν ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ μετριοφροσύνη καθὼς καὶ ἡ σωφροσύνη, ἀρετὲς οἱ ὁποῖες τοὺς εἶχαν κάνει ἀγαπητοὺς σὲ ὅλους τοὺς συμπολίτες τους. Μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν φιλανθρωπία τους περιέθαλπαν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ ἐλεοῦσαν τοὺς πένητες. Ἡ δὲ νύχτα ἦταν ἀφιερωμένη στὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον.
Οἱ ἐνάρετοι αὐτοὶ ἄνθρωποι εἶχαν ἀποκτήσει ὀκτὼ παιδιά. Τέσσερα ἀγόρια καὶ τέσσερα κορίτσια. Αὐτὰ δὲν τὰ ἀνέτρεφαν μόνο σωματικά, ἀλλὰ καὶ πνευματικά, γενόμενοι ἔτσι καὶ νυμφαγωγοὶ εἰς Χριστόν. Τὸ βαπτιστικὸ ὄνομα τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ, ἦταν Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ἦταν ὁ τρίτος κατὰ σειρὰ ἀπὸ τὰ παιδιά, «μᾶλλον δὲ καὶ πατὴρ καὶ διδάσκαλος ἔργοις αὐτοῖς τε καὶ πράγμασιν οὐκ ἀδελφῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ πατέρων...»[3]
Ὁ Γεώργιος δὲν ἔπαιζε ὅπως ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς ἡλικίας του, ἀλλὰ ὅλες οἱ κινήσεις του ἦταν γεμάτες εὐταξία καὶ ἁπλότητα. Στὶς δὲ ὁμιλίες ἦτο ὀλιγαρκὴς «ὡς ἀλλόγλωσσος ἐν ἑτερογλώσσοις ἐν γνώσει καθήμενος»[4]. Αὐτὰ δὲν τὸν ἔκαναν ἀντικοινωνικό, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὸν διακατεῖχε ὁ πνευματικὸς νόμος τῆς ἀγάπης. Ἀκόμα καὶ στὶς εἰρωνεῖες τῶν συμμαθητῶν του, δὲν ἀπαντοῦσε, μὴν ἐπιτρέποντας τὴν ὀργὴ καὶ τὰ περιττὰ λόγια νὰ βλάψουν τὴν ψυχή του. Ἔτσι, «νεκρὸς ἤδη γεγονὼς τῷ κόσμῳ καὶ τὸν κόσμον ἑαυτὸν σταυρώσας καὶ πρεσβυτικὴν ἀσκῶν ἀρετήν»[5] θαυμαζόταν ἀπὸ ὅλους.
Ὅταν ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸ σχολεῖο μαζὶ μὲ τὴν μητέρα του ἑτοίμαζε φαγητὸ τὸ ὁποῖο μοίραζε στοὺς φτωχοὺς ποὺ γνώριζε. Πολλάκις δέ, τοὺς ἔστρωνε ὁ ἴδιος τὸ τραπέζι μὲ τὰ ἀγαθὰ ποὺ τοὺς πήγαινε. Καὶ ἂν κάποτε πεινοῦσε, ποτὲ δὲν ἔπαιρνε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔδινε, ὑπομένοντας τὴν πείνα ἕως ὅτου ἐπέστρεφε στὸ σπίτι. Τὸ δὲ φαγητό του ἦταν πάντοτε τὸ πιὸ ἄνοστο καὶ σκληρὸ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔτρωγε ἡ οἰκογένειά του.
Τὶς νύκτες καὶ μετὰ τὸ βραδινὸ φαγητὸ ξάπλωνε μαζὶ μὲ τὰ ἀδέλφια του. Προσποιεῖτο ὅτι κοιμόταν καὶ ἀφοῦ ἀντιλαμβανόταν ὅτι ὅλοι ἀποκοιμήθηκαν, σηκωνόταν μὲ ἡσυχία καὶ τὸ ὑπόλοιπο τῆς νύχτας «εἰς τὰς πρὸς Θεὸν εὐχὰς ἀνήλισκε καὶ δεήσεις, ψαλμοὺς ἱεροὺς μετὰ πολλῆς τῆς κατανύξεως καὶ τῆς ἡδονῆς ᾄδων, συνεχῶς τε κλίνων εἰς γῆν καὶ χεῖρας καὶ γόνυ καὶ τὴν ἐκεῖθεν ἐπικαλούμενος ἐπισκοπὴν καὶ ἐπικουρίαν»[6]. Ὅταν δὲ κουραζόταν, ξάπλωνε στὸ ἔδαφος καὶ ἀναπαυόταν.
Τέτοιοι ἦταν οἱ ἀγῶνες τοῦ μικροῦ Γεωργίου, οἱ ὁποῖοι σὲ τίποτε δὲν διέφεραν ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες τῶν μεγάλων καὶ προδιέγραφαν τοὺς ὕστερους πνευματικοὺς καμάτους του.

Γνωριμία μὲ τὸν Γέροντα Ἰωάννη. Ἔξοδος ἐκ τοῦ κόσμου.
Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπισκέψεις του στὶς Μονὲς τῆς περιοχῆς του, κατὰ θείαν συντυχίαν γνώρισε τὸν Γέροντα Ἰωάννη ἀπὸ τὸν ἱερὸν Ἄθωνα, ὁ ὁποῖος εἶχε φήμη μεγάλου ἀσκητοῦ. Ἀμέσως τοῦ ζήτησε νὰ τὸν πάρει μαζί του κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ νὰ τὸν ἐντάξει στὶς τάξεις τῶν μοναχῶν. Ἐκεῖνος δὲ ὁ μακάριος ἔχοντας διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοὺς διορατικοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ γνωρίζοντας τὸ μέλλον, ἀφοῦ τὸν συμβούλευσε, τὸν προέτρεψε νὰ ἐπιστρέψει στὰ μαθήματα καὶ τὴν οἰκογένειά του, ὅπως καὶ ἔγινε.
Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς ἀπὸ ἐκείνη τὴ συνάντηση καὶ «τὸν ἱερὸν ὁ γενναῖος Ἄθω καταλαμβάνει»[7] χωρὶς νὰ πάρει μαζί του τίποτε ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια ὑλικὰ ὑπάρχοντά του. Ἐκεῖ ἔψαξε καὶ βρῆκε τὸν Γέροντά του Ἰωάννη στὰ μέρη τῆς Μονῆς Δοχειαρίου. Ἐκεῖνος ἄνοιξε τὴν ἀγκαλιά του καὶ τὸν δέχτηκε στὴν ταπεινὴ συνοδεία του.

Κουρά - Ἀσκητικοὶ ἀγῶνες
Δὲν πέρασε πολὺς χρόνος καὶ ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Γερμανός.
Οἱ νηστεῖες, οἱ ἀγρυπνίες καὶ ἡ ὑπακοὴ τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ ἦταν πανθομολογούμενες καὶ ἡ ἀνάλογη ἐκτίμηση καὶ σεβασμὸς τὸν διέκριναν μεταξὺ τῶν μοναχῶν. Ὁ δὲ Γέροντας Ἰωάννης σὲ κανέναν ἄλλον, παρὰ στὸν Γερμανὸ δὲν «ἀναπαυόταν» λόγῳ κυρίως τῆς θαυμαστῆς ὑπακοῆς του. Πρὶν ἀκόμη τελειώσουν οἱ φράσεις τῆς κλήσεως τοῦ Πατρός, ὁ Γερμανὸς στεκόταν μπροστά του ὁλοπροθύμως νὰ ἐκτελέσει τὶς προσταγές του.
Ἂν καὶ στὸ σῶμα ἦταν ἀδύναμος, παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἔκανε μεγάλες ἀποστάσεις μὲ φορτίο στὴν πλάτη σὲ ἐλάχιστο χρόνο. Σ᾿ αὐτὰ ἔμοιασε στὸν Γέροντά του, ὁ ὁποῖος λέγεται ὅτι διήνυε τὴν ἀπόσταση Καρυές – Θεσσαλονίκη σὲ μία μέρα καὶ Ἅγιον Ὄρος – Κωνσταντινούπολη σὲ τρεῖς!
Ὁ Ἰωάννης συνήθιζε νὰ πηγαίνει στὴν Μεγάλη Λαύρα τοῦ Βατοπαιδίου πρὸς ὠφέλειαν τῶν ἐκεῖσε μοναχῶν. Μιὰ φορὰ βρέθηκε μαζί του καὶ ὁ Γερμανός, ὁπότε καὶ συνέβη τὸ ἑξῆς περιστατικό.
Ἐνῶ εἶχε ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καὶ θέλοντας νὰ δείξει τὸν τύπο τοῦ ἀληθινοῦ μοναχοῦ, φωνάζει στὸ κέντρο τοῦ Καθολικοῦ τὸν μαθητή του καὶ τὸν προστάζει νὰ βγάλει τὸ ράσο του καὶ σὰν λαϊκὸς νὰ διαβάσει τὸ προσῆκον ἀνάγνωσμα. Ὁ δὲ παραυτίκα «ἀνενδοιάστως ἐποίει» καὶ στάθηκε ἀνάμεσα «τῆς ἱερᾶς ἐκείνης συναγωγῆς». Ἀφοῦ προκλήθηκε θόρυβος, ὁ Ἰωάννης παίρνει τὸν λόγο καὶ λέει[8]: «Ἀλλ᾿ οὐ μοναχὸς οὖτος... οὐδὲ τῆς ἱερᾶς ἐκείνης τελετῆς καὶ τοῦ μυστηρίου τὸ παράπαν ἠξιωμένος» ταπεινώνοντας τὸν μαθητή του, ὁ ὁποῖος διόλου δὲν ταράχθηκε ἀλλὰ ἔδειχνε χαρούμενος μὲ τὸν ἐξευτελισμὸ καὶ «θείας ὡσπερεὶ πλάκας καὶ νόμους ἄνωθεν κατιόντας ἐδέξατο τοὺς ἐκείνου λόγους». «Οὕτω τὰ κατ᾿ αὐτὸν ὠφελείας ἦν μεστὰ πάντα καὶ κανών τις καὶ τύπος ἀρετῆς παντοίας τοῖς πᾶσιν ἐν ἅπασιν ἦν, ὁρώμενός τε καὶ ἀκουόμενος».
Πέντε χρόνια εἶχαν ἤδη περάσει δίπλα στὸν μέγα ἐκεῖνο Ἰωάννη, ἀσκούμενος στὴν καλὴ ὑπακοή. Καὶ ἐνῶ πάλι ὁ Γέροντας εἶχε μεταβεῖ στὴν Θεσσαλονίκη, Θεοῦ κρίμασι, γύρω στὸ 1275 μαρτυρεῖ διὰ σφαγῆς ἐκεῖ μαζὶ μὲ ἕναν μαθητή του Γρηγόριο.
«Πενθεῖ μὲν ὁ καλὸς μαθητὴς καὶ φίλος τὸν καλὸν πατέρα τε καὶ μυσταγωγὸν καὶ τὴν ἐκείνου ζημίαν τε καὶ τὴν στέρησιν ἀποδύρεται»[9].
Ὁ ὅσιος δὲν ἀφήνει τὸν ἑαυτό του ἐκτὸς ὑπακοῆς καὶ ὑποτάσσεται στὸν Γέροντα Ἰώβ, «τὸν ἀπαράμιλλον μὲν τὴν τῆς ψυχῆς ἀνδρείαν... ῥωμαλέον δὲ καὶ καρτερικὸν ἐν τοῖς τῆς ἀσκήσεως πόνοις...»[10].
Μαζὶ μὲ τὸν Ἰὼβ ἔρχονται στὴ Μονὴ τῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ στὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου. Ἐκεῖ ἀκολούθησαν τὸν βίο πολλῶν παλαιοτέρων ἀγωνιστῶν τοῦ πνεύματος καὶ ἐν πολλοῖς τοὺς ξεπέρασαν «ἐν τοῖς κατὰ Θεὸν κατορθώμασι». Τόση ἦταν ἡ ἐγκράτειά τους ὥστε ὄχι μόνο νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ εὔγευστα φαγητά, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν ξηραμένο ἄρτο καὶ τὰ μισοβρεγμένα ὄσπρια νὰ τρώγουν μὲ πολὺ μέτρο.

Ἡγούμενος τῆς Λαύρας
Βλέποντας οἱ πατέρες τὴν μεγάλη ἀρετὴ τοῦ Ὁσίου Γερμανοῦ «βιάζονται τὸν γενναῖον τὴν τῆς Λαύρας ἀρχὴν καὶ τὴν πνευματικὴν ὁμοῦ καὶ τὴν σωματικὴν αὐτῆς πᾶσαν ὑπελθεῖν προστασίαν»[11]. Καὶ μετὰ ἀπὸ τὶς παρακλήσεις καὶ πολλὴ δική του σκέψη κάμπτεται καὶ δέχεται τὴν ἡγουμενία γνωρίζοντας καλὰ ὅτι τέτοιες θυσίες χρειάζονται περισπασμοὺς διοικητικοὺς καὶ κοινωνικούς.
Ἂν καὶ ἡγούμενος, ποτὲ δὲν ζήτησε συνοδοὺς στὶς ὁδοιπορίες του, οὔτε κἂν ἄλογο γιὰ τὴν ἀνάπαυσή του. Ἀλλὰ συχνὰ ἐπισκεπτόταν τὸ ἀγαπημένο σπήλαιο κάνοντας τὶς συνήθεις προσευχὲς καὶ μετάνοιες. Ἦτο δὲ μονοχίτων. Συνεχῶς κήρυττε ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ προσκολλούμεθα στὶς ἀνέσεις τῆς παρούσης ζωῆς, ἀλλὰ νὰ ἀτενίζουμε τὴν μέλλουσα καὶ νὰ σταυρώνουμε τὰ πάθη μας γιὰ χάρη τοῦ ἠγαπημένου Ἰησοῦ. Ζητοῦσε ἀπ᾿ ὅλους νὰ διακονοῦν μὲ ταπείνωση τὸν πάσχοντα ἀδελφὸ, ὅπως ἔκανε καὶ ὁ Κύριος νίπτοντας τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν. «Ὁ θέλων εἶναι πρῶτος, ἔστω πάντων ἔσχατος». Μὲ τέτοια λόγια ὠφελοῦσε νύχτα καὶ ἡμέρα τοὺς μοναχούς του, τοὺς ὁποίους διοικοῦσε μὲ τὸν νόμο τῆς ἀγάπης. Ἀνοίγοντας τὴν πατρική του ἀγκαλιά οἰκονομοῦσε καὶ τοὺς προχωρημένους στὴν ἄσκηση καὶ τοὺς ῥαθύμους. Ἡ δὲ φήμη του δὲν ἄργησε νὰ φέρνει καθημερινῶς πολλοὺς μοναχοὺς ἀπ᾿ ὅλο τὸ Ἅγιον Ὄρος πρὸς αὐτὸν γιὰ παραμυθία ψυχικὴ καὶ ἐξαγόρευση λογισμῶν. Αὐτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν πολλὴ εὐλάβεια καὶ μετριοφροσύνη «ἀνάξιον ἑαυτὸν εἶναι λέγων ψυχῆς τὸ παράπαν ἀναδέξασθαι προστασίαν».

Θαύματα τοῦ Ὁσίου
Δύο θαυμαστὰ γεγονότα διαβάζουμε στὸν βίο τοῦ Ὁσίου. Κάποια ἡμέρα ὁ ὑποτακτικός του Ἰωαννίκιος εἶχε βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ κόψει ξύλα. Ἐκεῖ καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, φτάνει στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ. Βλέποντας τὸ ἀχανὲς τοῦ γκρεμοῦ καὶ τὴν θάλασσα, κυριεύεται ἀπὸ σκοτοδίνη. Καὶ μὴ μπορώντας νὰ κινηθεῖ πρὸς τὰ πίσω σκέφθηκε τὸν Γέροντά του ὡς τὴν μοναδικὴ ἄγκυρα ἐλπίδας. Ὁ ὅσιος Γερμανὸς ἐκείνη τὴν ὥρα, χωρὶς νὰ γνωρίζει τὰ τεκταινόμενα, προσευχόταν ἐντὸς τοῦ σπηλαίου. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! βλέπει νοερῶς ὅτι πλησιάζει τὸν μαθητή του καὶ κρατώντας τὸ χέρι του τὸν τραβᾶ μὲ ἀσφάλεια πρὸς τὰ πίσω καὶ ἔτσι τὸν σώζει ἀπὸ βέβαιο θάνατο. Αὐτὸ τὸ μεγάλο θαῦμα διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ διασωθεὶς μαθητὴς τοῦ Ὁσίου.
Ἄλλοτε τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ κατὰ σάρκα ἀδελφὸς του Ἀνδρόνικος[12]. Ἐρχόμενος ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὸν Ἄθωνα ἔπιασε τὸν γιό του ὑψηλὸς πυρετός. Φτάνοντας στὴ Μονὴ Καρακάλλου, ὁ πυρετὸς αὐξάνει. Ὁ πατέρας ἀπεγνωσμένος, φεύγει βιαστικὰ πρὸς τὴν Μεγίστη Λαύρα, ὅπου βρίσκει τὸν Ὅσιο ἀδελφό του στὴν πάλαι ποτὲ Μονὴ τῶν Βουλευτηρίων. Πέφτοντας στὰ πόδια του, τοῦ ἐξηγεῖ τὴν συμφορά του καὶ τὸν παρακαλεῖ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ παιδιοῦ καὶ ἀνηψιοῦ του. Ὁ Ὅσιος κάμπτεται καὶ τοὺς ἀκολουθεῖ πεζοπόρος.
Φτάνοντας στὴν Μονὴ Καρακάλλου «εὑρίσκει μὲν ἐκεῖνον ἤδη κατειργασμένον τῷ πάθει καὶ μηδὲ φθέγγεσθαι μηδὲ τὴν γλώτταν κινεῖν τὸ παράπαν δυνάμενον»[13]. Ὅ Ὅσιος βλέποντας τὸ παιδὶ καὶ θέλοντας νὰ τοὺς δοκιμάσει λέει: «Τί ὡραία εὐκαιρία νὰ ἀπαλλαγεῖ τοῦ κόσμου τούτου καὶ νὰ δώσει καθαρὴ τὴν ψυχή του στὸν Κύριο!». Ὁ δὲ ἡγούμενος τῆς Μονῆς ξαφνιασμένος ἀπάντησε· «μὴν ἐπιτρέψεις, πάτερ, νὰ γίνει αὐτό, ἀλλὰ προσευχήσου στὸν Κύριο νὰ τὸν ἀπαλλάξει τῆς συμφορᾶς!». Μὲ τέτοια λόγια ὁ ἡγούμενος προσπαθοῦσε νὰ πείσει τὸν Ὅσιο καὶ ἐκεῖνος ὑπακούοντας, ὅπως εἶπε, κάμπτεται καὶ «τῆς κεφαλῆς εὐθὺς ἁψάμενος τοῦ παιδὸς καὶ συνδάκρυς ὅλος εἰς οὐρανὸν ἀπιδών, καὶ τὴν ἄνωθεν ἀρωγὴν ἐπικαλεσάμενος ὅλῃ καὶ διανοίᾳ καὶ γλώσσῃ, ὅλον ὑγιᾶ παραχρῆμα τὸν πάσχοντα δείκνυσιν»[14]. Τὸ παιδὶ σὰν ἀπὸ ὕπνο σηκώθηκε εὐθὺς καὶ ἔφαγε καὶ μιλοῦσε μὲ εὐθυμία σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ κάτι. Μάλιστα μετὰ ἀπὸ λίγο ἀνέβηκε μαζὶ μὲ τὸν πατέρα του στὸ ἄλογο, χαρούμενος.
Τὸ θαῦμα ἐξέπληξε τοὺς παρόντες, ὁ δὲ Ὅσιος ἀπέδωσε τὸ θαῦμα στὸν Κύριο. Γιὰ νὰ μὴν δὲ εἰσπράξει τὶς τιμὲς τῶν ἀνθρώπων, ἔφυγε εὐθὺς γιὰ τὸ ἀσκητήριό του.

Ὁσίου Σάββα τοῦ Βατοπεδινοῦ γνώμη
Ἐπειδὴ πάντοτε ἡ γνώμη ἑνὸς Ἁγίου ἔχει ἰδιαίτερη βαρύτητα, νὰ τί εἶχε πεῖ γιὰ τὸν Ὅσιό μας, ὁ Ὅσιος Σάββας ὁ Βατοπεδινός (+1349), σύγχρονος τοῦ Γερμανοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν βιογραφία[15] ἐπίσης ἔγραψε ὁ ὅσιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος.
«... τῶν οὐρανῶν ἤδη καὶ τῶν ἀπογεγραμμένων ἐκεῖ μέγας πολίτης, Γερμανὸς ὁ θεῖος, Ἀντώνιός ἐστιν νῦν ἐν ἡμῖν ἄλλος ὁ μέγας· οὐ τὴν πολιτείαν φημὶ καὶ τὴν τῆς ἀρετῆς ἄσκησιν μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν καθαρότητα τῆς καρδίας καὶ τὴν ἐνοικούσαν αὐτῇ τοῦ Πνεύματος χάριν τε καὶ σοφίαν.»[16]

Μαρτυρία μαθητοῦ του[17]
«Τὸ δὲ τῆς διδασκαλίας ἄφθονόν τε καὶ ἥδιστον, νύκτωρ τε καὶ μεθ᾿ ἡμέραν κατὰ ταὐτὰ τῆς θείας ἀποβλύζον γλώττης ἐκείνης, καὶ πᾶσαν μὲν παλαιάν τε καὶ νέαν γραφήν, πάντας δὲ τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν βίους καὶ τύπους διεξιὸν τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς βίου, πρὸς πάντας δὲ πεφυκὸς ὡσανεί τι καὶ ἡρμοσμένον, σοφούς τέ φημι καὶ ἀγροίκους, ὑψηλούς τε καὶ ταπεινούς, ὡς ἕκαστον, τοῦ καταλλήλου καὶ πρὸς ἀξίαν μετέχοντα, μεγίστης καὶ τῆς ἡδονῆς ἀπολαύειν ἐκεῖθεν συνάμα τῇ κατὰ ψυχὴν ὠφελείᾳ, τίς οὐκ ἂν εἴπῃ τῆς τοῦ Πνεύματος χάριτος εἶναι καὶ τῆς θείας πηγῆς ἐκείνης τοῦ σωτηρίου, ὃ δὴ μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ οὗτος ἀντλήσας εἴπερ τις ἐφάνη κατὰ τὸν μέγαν εἰπεῖν Ἡσαΐαν; Εἰ δὲ δεῖ τι καὶ περὶ προσευχῆς εἰπεῖν, τῶν ἀπορρήτων δηλαδὴ καὶ ἀφανεστέρων ἐκείνου, μάρτυς κἀκείνων ὁ αὐτὸς φίλος τε καὶ φοιτητὴς αὖθις, ὅλως ἐξεστηκότα τινὰ καὶ ἠλλοιωμένον αὐτὸν πολλάκις ἰδὼν ἐν ταῖς πρὸς Θεὸν νοεραῖς εὐχαῖς καὶ ταῖς ὁμιλίαις. Ἔλεγε γὰρ ὡς ἐπισταίη μὲν πολλάκις ἀωρὶ τῶν νυκτῶν ὡς ἔθος τῷ ἐκείνου οἰκίσκῳ, ἐν χρῷ δὲ τῆς θύρας γενόμενος καὶ τὸν ὀφθαλμὸν διά τινος ὀπῆς ἀπερείσας τῶν ἔνδον, ἐπεὶ τὸν μέγαν ἴδοι τὰς μὲν χεῖρας πρὸς οὐρανὸν ἔχοντα τεταμένας, ὅλον δ᾿ ἐξεστηκότα ἑαυτοῦ καὶ τῷ νῷ πρὸς Θεὸν διὰ προσευχῆς ἐκδεδημηκότα προσμένειν ἐπὶ πολὺ τὸ τῆς θείας ὁμιλίας καὶ τῆς ἑνώσεως τέλος ἐκείνης· τῆς δὲ μὴ ληγούσης, μηδὲ τῆς θείας ἀλλοιώσεως ἀνθρωπίνην ἀλλοίωσίν τινα καὶ σχολὴν δεχομένης, ἀναγκασθῆναι πολλάκις ἐκεῖνον καὶ διακόψαι, κόψαντα τὴν θύραν καὶ εἰσελθόντα συνήθως. «Ὁπηνίκα καὶ τῷ προσώπῳ», φησίν, «ἐνατενίζων ἐκείνου, ποτὲ μὲν ὡς ἀπὸ καμίνου πυρὸς ὥσπερ ἐκπυρωθὲν ἔξω φύσεως ἀνθρωπείας ἑώρων, ποτὲ δ᾿ αὖθις ὅλον ἀστράπτον τε καὶ πεφωτισμένον, οἱονεί τινος αἴγλης ἀπορρήτου καὶ μαρμαρυγῆς κατακεχυμένης ἐκείνου καὶ θείας τινὸς εὐφροσύνης καὶ θυμηδίας ἀλλὰ δὴ καὶ εὐωδίας ἀρρήτου πληρούσης ὅλον τὸν μέγαν. Δακρύων γε μὴν καὶ κατανύξεως περὶ τί χρὴ καὶ λέγειν, ὅπου γε πᾶς μὲν ὁ βίος ἐκείνῳ κατάνυξίς τε καὶ πένθος ἦν, μηδενὸς τῶν ἡδέων αὐτοῦ ποτε τὸ παράπαν μηδ᾿ ἀκοῇ μετασχεῖν τέως ἀνασχομένου, οὐ μᾶλλον ἢ οἱ μακροῖς πρότερον χρόνοις ἀπογεγονότες τῷ βίῳ. Τὸ δάκρυον δὲ καθ᾿ ἑαυτὸ νύκτωρ τε καὶ μεθ᾿ ἡμέραν ἀστακτὶ τῶν ὀφθαλμῶν ἀποβλύζον, ὡς παρειὰς ἐκείνου καὶ πρόσωπα διάβροχα καθ᾿ ἑκάστην ὁρᾶσθαι, πάντας ἐπειρᾶτο λανθάνειν, ὡς μηδὲ γελᾶν ἐξ ἴσου μηδὲ κλαίειν ἐκεῖνον παρ᾿ οἱστισινοῦν ἔστιν ὅτε νομίζεσθαι, ὅτι μὴ πᾶσα ἀνάγκη πένθους τινὸς ἀφορμῆς ἐν τῷ κοινῷ δηλαδὴ προκειμένης.
Ὁ μὲν οὖν οὕτω βιοὺς καὶ μετὰ τοσούτων καὶ τηλικούτων τῶν ὑπὲρ ἀρετῆς ὑπερφυῶν ἀγώνων τε καὶ ἱδρώτων».

Ἡ κοίμηση τοῦ Ὁσίου
Ἔτσι ἐβίωσε ὁ Ὅσιος Γερμανός. Σὲ ἡλικία 84 ἐτῶν, τὸ 1336, ἀφοῦ ἀσθένησε γιὰ λίγο, ψάλλοντας καὶ προσευχόμενος ἄφησε τὴν κατάλευκη ψυχή του στὸν Κύριο ποὺ ἀγάπησε μὲ πάθος.
Ἡμᾶς δέ, Ὅσιε, μὴ διαλείπεις νὰ ἐποπτεύεις ἄνωθεν, τοὺς μὲν ἔξωθεν πειρασμοὺς καὶ τὶς περιστάσεις διαλύοντας, πατρικῶς δὲ πρὸς τὰ σωτήρια καθ᾿ ἑκάστην νὰ μᾶς ὁδηγεῖς διὰ τῶν πρεσβειῶν σου.
«Ἐν δέ γε τῷ μέλλοντι, τῆς ἐπιφανείας τῆς σῆς μακαρίας τε καὶ φιλανθρώπου καὶ ψυχῆς καὶ χάριτος ἐς αὖθις ἀναδείξεις ἀξίους...τῷ μεγίστῳ καὶ φιλανθρώπῳ παρεστὼς Δεσπότῃ...ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».


Σημειώσεις
[1] Προμετωπίδα χειρογράφου 590 τῆς Μονῆς Ἰβήρων.
[2] Τσάμη Δ., Ἀνάτυπο Ἐπιστημονικῆς Ἐπετηρίδος τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σελ. 110, 1981
[3] ὅπ. βλ. σελ. 112
[4] ὅπ. βλ. σελ. 113.
[5] ὅπ. βλ. σελ. 115.
[6] ὅπ. βλ. σελ. 117.
[7] ὅπ. βλ. σελ. 122.
[8] ὅ.π., βλ. σελ. 126.
[9] ὅ.π., βλ. σελ. 133.
[10] ὅ.π., βλ. σελ. 134.
[11] ὅ.π., βλ. σελ. 136.
[12] Ἀργότερα ἔγινε καὶ αὐτὸς μοναχός.
[13] ὅπ. βλ. σελ. 150.
[14] ὅπ. βλ. σελ. 151.
[15] Βίος τοῦ Ἁγίου Σάββα τοῦ Βατοπαιδινοῦ, τοῦ διὰ Χριστὸν Σαλοῦ (Ψ.Β. 11), Ἱ.Μ.Βατοπαιδίου, Ἅγ. Ὀρος, 2000
[16] ὅ.π., βλ. σελ. 152.
[17] ὅ.π., βλ. σελ. 168.


http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/agiologion/osios_germanos_maroylhs_agioreiths.htm