Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

856 - «Αγιορείτικες στιγμές» του Πατριάρχου Βαρθολομαίου στο Σισμανόγλειο Μέγαρο


Στους αιωνόβιους και άρρηκτους δεσμούς της Κωνσταντινουπόλεως με το Άγιον Όρος αναφέρθηκε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στην ομιλία του κατά τα εγκαίνια της Έκθεσης φωτογραφίας που διοργάνωσε η Αγιορείτικη Εστία Θεσσαλονίκης στο Σισμανόγλειο Μέγαρο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στην Πόλη.


Η Έκθεση αυτή με τίτλο «Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος: Οδοιπορία στο Άγιον Όρος»  περιλαμβάνει φωτογραφίες  5 φωτογράφων – καλλιτεχνών  από τις επισκέψεις του Πατριάρχου Βαρθολομαίου στο Άγιον Όρος κατά τη διάρκεια των 20 χρόνων της Πατριαρχείας του που συμπληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2011. Είναι γεγονός  ότι  ο Πατριάρχης θέλησε να αρχίσει τις επισκέψεις του στο Εξωτερικό από το Άγιον Όρος ώστε να επικαλεστεί την ευλογία της Παναγίας από το Περιβόλι Της για να είναι ευλογημένη και καρποφόρος η διακονία του στον Πρώτο Θρόνο της Ορθοδοξίας.


Στα εγκαίνια εκτός από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο που ήταν το τιμώμενο πρόσωπο, παρέστησαν Ιεράρχες του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενεργείας και Κλιματικής Αλλαγής Νίκος Σηφουνάκης, ο Υφυπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Δόλλης, ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης και Πρόεδρος της Αγιορείτικης Εστίας Γιάννης Μπουτάρης και ο Ειδικός Σύμβουλος της Εστίας Δημήτρης Σαλπιστής και συνεργάτες τους,  παράγοντες της Ομογενείας και πλήθος από την Πόλη και την Ελλάδα.


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στο λόγο του περιέγραψε την άρρηκτη σχέση της Βασιλεύουσας Πόλης με την Αθωνίτιδα Πολιτεία και επεσήμανε το σημαντικό ρόλο που καλούνται να επιτελέσουν στη σύγχρονη εποχή με τις προκλήσεις και τις δυσκολίες που διαφαίνονται υπογραμμίζοντας χαρακτηριστικά: «Ούτως εκδηλώσεις, ως η παρούσα, μεγάλως αναψύχουν την ψυχήν ημών και ενισχύουν έτι πλέον τους αιωνοβίους δεσμούς της Βασιλευούσης μετά του Αγίου Όρους, αλλά και αναδεικνύουν την παρουσίαν αυτού εις τους κόλπους της Μητρός Εκκλησίας, εξ ων τούτο θάλπεται αλλά και θάλπει, φωτίζεται, αλλά και φωτίζει, δέχεται πολλά, αλλά και αντιδωρείται... Εκάστην φοράν καθ’ ην ημείς και έκαστος προσκυνητής επισκεπτόμεθα το Άγιον Όρος, αισθανόμεθα την μυστικήν κραυγήν αυτού και των οικητόρων του..... Κατά την περίοδον ταύτην, καθ  ἣν αι διεθνείς εξελίξεις, αι δυσάρεστοι ακοαί και αι καθ’ ημέραν δυσχέρειαι θέτουν τον άνθρωπον εις συνεχώς αυξανόμενον προβληματισμόν, ο ταλαίπωρος κόσμος μας στρέφει με αγωνίαν τους οφθαλμούς του και αναμένει από του Φαναρίου και από του Αγίου Όρους το σωτηριώδες μήνυμα της ανοθεύτου ορθοδόξου παραδόσεως, ως αύτη εβιώθη κατά την πορείαν των αιώνων και βιούται και σήμερον υπό της Εκκλησίας. Αναμένει την λύτρωσιν και την σωτηρίαν του. Και τα δύο, Φανάριον και Άγιον Όρος, δια του ιδικού του τρόπου έκαστον, κηρύττουν τον Χριστόν, αεί εσταυρωμένον και αεί ανιστάμενον».


Ο οικοδεσπότης Γενικός Πρόξενος της Ελλάδος στην Πόλη Νικόλαος Ματθιουδάκης περιστοιχούμενος από τους συνεργάτες του δύο Προξένους, φιλοξένησε την όλη εκδήλωση με την αρχοντιά που τον διακρίνει ενώ επηρρεασμένος από το κλίμα,  ως άλλος Αθωνίτης Γέροντας, επέλεξε μια ρήση από το πατερικό βιβλίο του Γεροντικού για να ξεκινήσει την προσφώνησή του. Στο λόγο του εξήρε την παρουσία και προσφορά του Αγίου Όρους και τη σημασία που αποδίδει σε αυτό  η ελληνική Πολιτεία ενώ έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Θεσσαλονίκης. «...Στο Άγιον Όρος βρίσκεται η μέση του ομφάλιου λώρου που συνδέει τη σημερινή Ελλάδα με τη βυζαντινή της παράδοση και καταλήγει εδώ, στην Πόλη, στο Φανάρι, την Πρωτόθρονη Εκκλησία και τη Σεπτή  Κεφαλή της.... Η σημασία  που αποδίδει η ελληνική κυβέρνηση, η κάθε ελληνική κυβέρνηση, τόσο στο Ορος, όσο, κυρίως, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και τον Προκαθήμενό του αποτυπώνεται σήμερα με την ταυτόχρονη παρουσία του Αναπληρωτού Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Νίκου Σηφουνάκη, αλλά και του καθ ύλην αρμοδίου Υφυπουργού Εξωτερικών για θέματα Εκκλησιών, Αγίου Ορους και Αποδήμου Ελληνισμού κ. Δημήτρη Δόλλη, τους οποίους καλωσορίζω εκ μέρους όλων θερμά....Πίσω από την Αγιορειτική Εστία βρίσκεται, όπως ίσως οι περισσότεροι ξέρουν, η αδελφή πόλη της Κωνσταντινούπολης στους αιώνες. Η άλλοτε Συμβασιλεύουσα. Η νυν Συμπρωτεύουσα. Είναι ένα ακόμη κομμάτι εκείνου του ιστορικού ομφάλιου λώρου που λέγαμε. Εκείνου που συνδέει δια μέσου των αιώνων τη σύγχρονη Ελλάδα με τη βυζαντινή της κληρονομιά. Ο δίαυλος αυτός, μεταξύ της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης, είναι ακόμα ζωντανός. Πρέπει να τον ενισχύσουμε».
Ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης και Πρόεδρος της Αγιορείτικης Εστίας Γιάννης Μπουτάρης συνδύασε στο λόγο του το γεγονός των εγκαινίων της Έκθεσης με την επέτειο των γενεθλίων του Πατριάρχου και κατέγραψε τη βιωματική σχέση του Οικουμενικού Πατριάρχου με το Άγιον Όρος καθώς και την ιδιαίτερη πνευματική μέριμνα και το ενδιαφέρον με τα οποία περιβάλλει τον Άθω  η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. «Την χαρά μας αυξάνει το γεγονός ότι τα εγκαίνια της Έκθεσης σήμερα, συμπίπτουν με την ημέρα των γενεθλίων Σας, ένα γεγονός προσωπικό βέβαια, αλλά πάντοτε συμβολικό και σημαντικό, που μας επιτρέπει να αφιερώσουμε στην επέτειο αυτή την σημερινή Έκθεση...Και αυτό γιατί η Έκθεση με φωτογραφίες από τις προσκυνηματικές επισκέψεις Σας στο Άγιον Όρος, αναδεικνύει πέραν όλων των άλλων σημαντικών ζητημάτων, και την προσωπική, βιωματική σχέση Σας με την Μοναστική Πολιτεία... Την πνευματική εποπτεία, το ενδιαφέρον και την μέριμνα της Μεγάλης Εκκλησίας, αναγνωρίζει και τιμά η Μοναστική Πολιτεία ανταποκρινόμενη ως πιστό τέκνο  αυτής, στην τιμή και την αγάπη, τα σταθερά αισθήματα με τα οποία περιβάλλετε το Άγιον Όρος  και τους αφιερωμένους στον Μοναχισμό οικιστές της».
Στην Έκθεση αναγνώσθηκε μήνυμα της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους από τον ειδικό σύμβουλο της Αγιορείτικης Εστίας Δημήτρη Σαλπιστή. Η Ιερά Κοινότης στον χαιρετισμό της αναλύοντας την πρωτοβουλία για τη δημιουργία της εκδήλωσης υπογραμμίζει αφενός την ευγνωμοσύνη των Αγιορειτών Πατέρων προς το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχου και αφετέρου επαινεί το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ως αρχιερέας αλλά και σαν Προκαθήμενος της ορθοδοξίας, ακολουθώντας το παράδειγμα των προκατόχων του επισκέπτεται τον Άθω συμμετέχοντας στη λατρευτική και προσευχητική ζωή του Αγίου Όρους. «...Όθεν, η ευγνωμοσύνη των ταπεινών οικιστών του, των πάλαι τε και των συγχρόνων, είναι αΐδιος και ειλικρινής προς τους εκάστοτε σεπτούς Προκαθημένους της των πενήτων Εκκλησίας, τους Οικουμενικούς Πατριάρχας... Το παράδειγμα τούτων ακολουθών ευλαβώς και ενσυνειδήτως ο νυν τους οίακας του Πανσέπτου Οικουμενικού Θρόνου ιθύνων, ο πανσέβαστος Πατήρ και προσκυνητός Δεσπότης και Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος, και πρότερον μεν ως αρχιερεύς, αλλά και ως Οικουμενικός Πατριάρχης ήλθεν και επανήλθεν ως ευλαβέστατος προσκυνητής και αντίδωρα ευχαριστήρια αποδιδούς τη Δεσποίνη και Κυρία Θεοτόκω επ’ ευκαιρία διαφόρων επετείων, μεγίστην πνευματικήν χαράν και αγαλλίασιν εμποιών εκάστοτε εις τους Αγιορείτας πατέρας, πιστά τέκνα της Μητρός Εκκλησίας».

 Ρεπορτάζ-φωτογραφίες: Νικόλαος Μαγγίνας


855 - Φανάριον και Άγιον Όρος κηρύττουν τον Χριστόν, αεί εσταυρωμένον και αεί ανιστάμενον


...Κατά την περίοδον ταύτην, καθ  ἣν αι διεθνείς εξελίξεις, αι δυσάρεστοι ακοαί και αι καθ’ ημέραν δυσχέρειαι θέτουν τον άνθρωπον εις συνεχώς αυξανόμενον προβληματισμόν, ο ταλαίπωρος κόσμος μας στρέφει με αγωνίαν τους οφθαλμούς του και αναμένει από του Φαναρίου και από του Αγίου Όρους το σωτηριώδες μήνυμα της ανοθεύτου ορθοδόξου παραδόσεως, ως αύτη εβιώθη κατά την πορείαν των αιώνων και βιούται και σήμερον υπό της Εκκλησίας. Αναμένει την λύτρωσιν και την σωτηρίαν του. Και τα δύο, Φανάριον και Άγιον Όρος, δια του ιδικού του τρόπου έκαστον, κηρύττουν τον Χριστόν, αεί εσταυρωμένον και αεί ανιστάμενον...

854 - Μνήσθητι Κύριε. «Παρρησία». Η μνημόνευση στην Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας


Δεν λέμε για τούς ιερομονάχους, τους διακόνους και την ελαχιστότατα μου. Τηρούμε και τελούμε αυτή την ιερή διαδικασία και μνημονεύουμε ζωντανούς υπέρ υγείας και κεκοιμημένων υπέρ αναπαύσεως εξ ιδιότητος και από και εκ συναισθήσεως χρέους.
Άξιο όμως ιδιαιτέρας προσοχής είναι το παρατηρούμενο και σε όλους τούς απλούς μοναχούς του Αγίου Όρους, να μνημονεύουν κατά τις καθιερωμένες στιγμές της θείας λειτουργίας πλήθος ονομάτων, συγγενών, φίλων καθώς και κατ' εντολή ή ανάθεση ξένων και αγνώστων («των εντειλαμένων υμίν τοις αναξίοις»).
Στα χρόνια της μοναχικής δοκιμασίας και της κουράς των αποκτούν οι αγιορείτες πατέρες τούτη την καλή συνήθειά τους. Την διδάσκουν και την παραδίδουν αλληλοδιαδόχως οι Γερο­ντάδες και οι Πνευματικοί των.
Είναι πολύ σωστή και με θεολογική βάση και βαρύτητα ή ενέργεια των αυτή, για να ένσταλαχθή βαθύτατα μέσα τους ή αλήθεια, ότι αυτό είναι το θέλημα του Κυρίου· το να κατονομάζονται συγκεκριμένους εκείνοι για τούς όποιους τεμαχίζεται το Πανάγιο Σώμα και εκχύνεται το Ζωηρό Αίμα του Κυρίου, {«μνημόνευσον ως αγαθός και φιλάνθρωπος των προσενεγκάντων και δι ους προσήγαγον», (ευχή προθέσεως)}, και για να αποδεικνύεται, καλλιεργήται και διατρανούται ή πίστις στην ενότητα της Εκκλησίας, μέλη της οποίας είναι όλοι οι ορθόδοξοι, ανεξαρτήτως αν είναι ζώντες ή τεθνηκότες· με την συγκεκριμένη όμως βασικότητα της αποδοχής -πού ποτέ δεν θα πρέπει να μας ξεφεύγει, παρακαλώ, από τούτο το σημείο- ότι είναι τοιούτοι-τοιαύτα (μέ­λη) όχι με την έννοια της μάζης και του χαώδους συνόλου, αλλά με την της διαιωνίως διηκούσης κατ' ένώπιον του Πλάστου Θεού ιδιαιτερότητας κατ' άξίαν και τιμήν ενός έκαστου ως ιδιαιτάτου προσώπου, σφραγιστικός δε σεσημασμένου και κατονομασμένου.
Σύμφωνα λοιπόν με τούτη την παράδοση και σε άλλες μεν προσευκτικές στιγμές του εικοσιτετραώρου των ενθυμούνται οι μοναχοί τα ονόματα των γονέων, των αναδόχων των και των λοιπών προσφιλών των προσώπων, για να επικαλεσθούν το έλεος του Θεού προς χάριν των, κάνοντας, επί παραδείγματι κομποσκοίνια- όταν όμως έπιστή εκείνη ή στιγμή πού ό διαβαστής στο Καθολικό, κάτω απο τον φανό του αναλογίου, τελειώνει την ανάγνωση της γ' ώρας και πρόκειται να αρχίσει την της ζ', ξαφνιάζονται συνήθως οι αδαείς προσκυνηταί και δεν ξέρουν τί εναπόκειται αυτούς να κάνουν, ακούοντας βηματισμούς, συρσίματα και τριγμούς στασιδιών και βλέποντας όλους να κατεβαίνουν απο αυτά, να βγάζουν σκούφιες κι επανωκαλύμαυχα και να περιμένουν το χτύπημα του κουδουνιού.
Στα δεξιά της Προσκομιδής κάθε Καθολικού Μονής του Άθω, ναΐσκου κελιού, αλλά και της τελευταίας φτωχοκαλύβας, βρίσκεται ένα σμικρότατο κουδουνάκι με χειρολαβή ή κρέμεται ένα λιλιπούτειο καμπανάκι. Μέχρι εκείνη την στιγμή ήδη έχουν μνημονευθή τα ονόματα των ζώντων πατέρων και τα των κεκοιμημένων κτητορικά και λοιπά. Κώδικες και φυλλάδες γεμάτες φυλάσσονται παρέκει σε ράφια και θήκες, και στοίβες είναι τα προσφάτως καταφθάνοντα ψυχοχάρτια. Γι' αυτό πολύ νωρίς παίρνουν καιρό ό παπάς και ό διάκος· όταν αρχίζουν οι αίνοι, και πολλές φορές αμέσως μετά το θυμίασμα τής «Τιμιωτέρας» για να μπορέσουν να τα «προλάβουν» όλα. Τους είναι άδιανόητο να μείνη εξ αμελείας και υπαιτιότητός των αμνημόνευτο και χωρίς μερίδα στο άγιο δισκάριο, έστω και ένα.
Περιμένουν ξεσκούφωτοι ό διαβαστής και όλοι οι πατέρες- και μόλις άκουσθη από μέσα το κουδούνισμα, αρχίζουν, άλλοι νοερώς και άλλοι ψιθυριστά, να μνημονεύουν τα ονόματα των προσφιλών τους. Συνήθως βιάζονται όλοι. Οι μερίδες πού μέχρις εκείνης της στιγμής έβγαιναν με συγγνωστή ταχύτητα και έπεφταν ευρύθμως στο άγιο δισκάριο κάτω ακριβώς από τον «Αμνό», τώρα ξέονται εν σπουδή με το άκρο της άγιας λόγχης από το πρόσφορο και βροχηδόν πέφτουν στον οικείο χώρο. Επικρατεί σε όλους τούς μοναχούς και στο πλείστο των ιερέων ή, εσφαλμένη κατά την ταπεινή μου γνώμη, αντίληψης ότι πρέπει να υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ονόματος και μερίδος.
Θυμάμαι τις σχετικές εμπειρίες μου απο τα διακονικά μου χρόνια στη Λαύρα και τις «διαφορές» μου με τούς πολιούς σε ιεροσύνη και ηλικία ιερομονάχους. Τον ευλαβέστατο παπά Ευγένιο, επί παραδείγματι, πού αναγκασμένος να γυρίζει τις σελίδες των σχετικών φυλλάδων ή να αλλάζει ψυχοχάρτι, σταματώντας για δευτερόλεπτα την εξαγωγή μερίδων, ένευε ταυτοχρόνων προς εμένα αυστηρώς, να σταματάω κι' εγώ την μνημόνευσι από την φυλλάδα πού κρατούσα και πού ήταν ή των «αιωνίων» ονομάτων. Αυτή βρισκόταν μονίμως κρεμασμένη πίσω απο τα Βημόθυρα με αλυσιδίτσα ενσωματωμένη στο στάχωμά της και την ξεκρεμούσα στις προς τούτο καθορισμένες στιγμές.
Είχαν μεταδώση και σε μένα τον ειδικό σεβασμό και το δέος σε αυτήν. Διαπίστωνα δε ισχυρή και μεγάλη την συναίσθηση του χρέους σε όλο το ιερατείο μας, μήπως παραληφτεί ή διαμνημόνευσις των ονομάτων της, επί καθημερινής βάσεως καθιερωμένης, και δη όχι μόνο στις θείες λειτουργίες αλλά και στις λιτές των όρθρων και των εσπερινών όλου του έτους. Έτσι συμβαίνει μ' αυτήν την φυλλάδα και σήμερα, και θα συμβαίνει εις τούς αιώνας, εφ' όσο θα υφίσταται ό κόσμος και θα υπάρχει και ή Μεγίστη Λαύρα. Γιατί είναι των ευεργετών και αφιερωτών, πού τα προσφερθέντα και προσφερόμενα ποσά και είδη υπήρξαν και είναι αρκούντως σεβαστά. Άκρως δε νοηματική είναι ή επονομασία της: «Παρρη­σία». Έτσι την ξέρουν και την αποκαλούν όλοι οι Λαυριώτες.
Ειδικώς γι' αυτής τα ονόματα πρόσεχε ό παπά Ευγένιος (Καλυμνίου Ιορδάνης του Γιακουμή εκ Συκίων Εφέσου, γεν. 1906, προσ. 1928, κουρ. 1930, κοιμ. περί το 1967), να αποκλείσει το ενδεχόμενο αναντιστοιχίας μερίδας. Τόλμησα στο τέλος κάποιας θείας λειτουργίας μας να θίξω το ζήτημα και με λεπτότητα να αρθρώσω εκείνο πού νόμιζα εγώ ως ορθό. Μάταιος κόπος. Διαπιστώνοντας τελικώς ότι όχι μόνο δεν προέκυπτε κάτι για σύγκλιση απόψεων, εκείνου επιμένοντος στην θεωρία και θέσι του («όνομα και μερίδα»), αλλά και πώς θα μπορούσε ή συζήτησις να εξελίχθη σε αυστηρές επιτιμήσεις σε βάρος μου, -ήδη ευθέως μου κατελόγισε τολμηρότητα λογισμών σε ένα τόσο ιερό θέμα- προτίμησα να του «περάσω» την άποψη μου εμμέσως, υπό μορφή απορίας, με αρκετή μάλιστα δόση χαριεντισμού, μήπως και επιτύχω τουλάχιστον κάποιον προβληματισμό του:
- Και τί γίνεται Γέροντα, όταν παρά την τόση προσπάθειά μας βρεθεί έστω και ένα μνημονευμένο μεν από μάς όνομα χωρίς όμως βγαλμένη την «δική» του μερίδα; Το απορρίπτει ό Πανάγαθος Θεός; Δεν γίνεται ή ψυχή αυτήν μέτοχος των απορρεόντων από το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Χάριτος και ελέους; Και τί θα 'μπορούσες να μου 'πεις για εκείνες τις μερίδες, πού από ζήλο και ταχύτητα στην εξαγωγή, βρεθούν να... περισσεύουν στο άγιο Δισκάριο και ακολούθως στο άγιο Ποτήριο;...
- Δεν ξέρω. Φοβάμαι τα ιερά και τα θεία- είπε, και συνέχισε: Απορώ πώς δεν τρομάζει ή καρδιά σου να συλλογιέσαι έτσι. Τέτοια πράγματα σας βάζουν στο μυαλό στα Πανεπιστήμια, και τα λέτε και σε μάς και μας σκανδαλίζετε και χαλάτε τον λογισμό μας. Όρθολογισμοί, άνευλάβεια και άθεοφοβία! Σα δε 'ντρέπεσθε! ...
Δεν θυμάμαι να μου έβαλαν άλλοι τούτες τις σκέψεις στο μυαλό. Νόμισα και πίστεψα ότι σε μερικές μας ενέργειες και συνήθειες, πού καθάπτονται και αυτών ακόμη των ζητημάτων της λειτουργικής και της θείας λατρείας, ενδεχομένως μπορούν να παρεισφρήσουν περιδεείς υπερβολές ή και ακούσια μικρολάθη· στα όλως δευτερεύοντα και επουσιώδη, βεβαίως. Όσο για τον ορθολογισμό και τα άλλα των Πανεπιστημίων μας, οπωσδήποτε είχε δίκαιο ό μακαριστός αγαπητός μου παπά Ευγένιος.
Όταν ό διαβαστής υπολογίσει ότι όλοι οι πατέρες τέλειωσαν το μνημόνευμα -αφού άλλως τε και ό ίδιος μνημονεύει τα δικά του- αρχίζει την ανάγνωση της ζ' ώρας με το: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν τω Βασιλεί ημών Θεώ»....
Μου έτυχε, τότε, να αντιληφθώ πολλές φορές, κατ' εκείνη την στιγμή, αρκετούς πατέρας, ιδίως νέους και αρχαρίους, να ανασέρνουν ενθυμούνται σπουδή απο τις τσέπες τους χαρτάκια και βιβλιαράκια και να πηγαίνουν κοντά σε ημίφωτα, σε μανάλια, σε λουσέρνες, και να διαβάζουν ονόματα προσφιλών των. Ασφαλώς ήταν άλλα, πρόσθετα, επί πλέον εκείνων πού μνημόνευσαν εκ στήθους. Στιγμές όντως ιερές και απόλυτα σεβαστές..
Σήμερα και τώρα, όταν, σε πανηγυρικά συλλείτουργα κυρίως, σκύβω στην προσκομιδή και μνημονεύω τα δικά μου, αισθάνομαι έναν βόμβο στις πλάτες και ζερβόδεξά μου. Είναι το σιγομουρμουρητό των συλλειτουργών μου πρεσβυτερίων και διακόνων, πού εννοούν να διαλέγουν εκείνη ακριβώς την στιγμή («πού βγάζει ό άρχιερεύς τις μερίδες») να μνημονεύσουν κι' αυτοί τα εντελώς δικά τους. Και σύμφωνα με την μέχρι τούδε εμπειρία μου, ανάλογα με το σε πιο Μοναστήρι ιερουργώ, από λεπτό σε λεπτό περιμένω να βρεθούν και συγκεκριμένοι απλοί μοναχοί-πατέρες στο πλευρό μου, για να ψιθυρίσουν στο αυτί μου ένα-δύο ονόματα. Δεν τούς αρκεί το μόνο απο τα χείλη των μνη­μόνευμα των προσφιλών τους προσώπων. Εννοούν ν' απαγγελθούν κι' απο τα δικά μου...
Κανείς δεν τολμούσε κι' ούτε ήταν ικανός να παρεμπόδιση τον μακαριστό Γέρο Ανδρέα (Ιωάννης Μαλακός του Γεωργίου και της Αγαθής εκ Κρυονερίου Ναυπακτίας, γεν. 1913, προσ. 1935, κουρ. 1937, κοιμ. 10-5-1988) της Ιεράς Μονής Γρηγορίου, επί πα­ραδείγματι. Θα διέσχιζε χορούς και αδελφότητα, θα παραγκώνιζε διάκους και παπάδες, και θα 'βρισκόταν παραδίπλα μου, για να μου θυμίσει την μητέρα του, Άγάθη· αιωνία της ή μνήμη.
- Ευλογημένε, το μνημονεύεις και μόνος σου απο έξω- του είπα μια φορά όταν άντιλήφθηκα δυσφορούντας τούς ιερείς στο σπρώξιμο του.
- Όχι, όχι- «πιάνεται» διαφορετικά όταν το ονοματίσουν χείλη αρχιερέως· και σε παρακαλώ μη μου χαλάς τούτον τον λογισμό.
Όταν δε σε μια άλλη φορά για να τον προλάβω, του είπα ότι το θυμάμαι πάντοτε και το μνημόνεψα ήδη, πρόσθεσε:
- Ε, δεν βλάπτει να το μνημονέψης μια φορά ακόμη. Ό Γέρο Ανδρέας υπερέβαλλε και υπερακόντιζε την εκδοχή του δικού μας παπά Ευγενίου ...
Το ίδιο συμβαίνει και στη Λαύρα με τον αγαπητό μου πατέρα Παΐσιο (Ιωάννης Μαλτέζος του Ευαγγέλου, εκ Μενιδίου Βάλ­του Αιτωλοακαρνανίας, γεν. 1954, προσ. 1978, κουρ. 1979). Το αδιαχώρητο να επικρατή απο τούς συλλειτουργούς μου στο ιερό Βήμα, κατάμουτρα να του κλίνουν οι διάκονοι την βορεινή πύλη, εκείνος αθέατος θα τρυπώσει απο την άλλη, για να μου ψιθυρίσει το όνομα τής μάνας του, Άννας· Θεός σχωρέσ' την. Της ίδιας κι' αυτός με του Γέρο Ανδρέα απόψεως:
- Να, με λέει ό λογισμός, Δέσποτα, πώς είναι πολύ διαφορετικά και συμφέρει περισσότερο στην ψυχή της, να ακούσει ό Χριστός το όνομά της μνημονευόμενο στα Άγια απο το δικό σου στόμα. Μεγάλο το αξίωμα, βλέπεις, μεγάλη ή παρρησία.
Αγαθοί λογισμοί, γλυκύθυμες αδυναμίες, ευλαβείς συνήθειες απλών ανθρώπων.

 
Από το βιβλίο Θεομητορικά και Εξόδια στον Άθωνα του Επισκόπου Ροδοστόλου κ. Χρυσοστόμου

853 - Νηστίσιμα φαγητά με συνταγή Αγίου Όρους (3)



 Χταποδόσουπα


Υλικά (για 8 μερίδες)
2 με 3 μικρά χταπόδια
1 ματσάκι κρεμμυδάκια ψιλοκομμένα
3 πατάτες, ψιλοκομμένες σε κύβους
3 καρότα (καθαρισμένα, ψιλοκομμένα σε κύβους
1 ματσάκι άνηθος
1 ματσάκι μαϊδανός
1 ματσάκι σέλινο (ψιλοκομμένα όλα)
ένα τέταρτο κιλού μανέστρα ψιλή
1 κιλό ντομάτες ώριμες περασμένες στο μπλέντερ
3 κουταλιές πελτές αραιωμένος
Κόκκινο πιπέρι
μαυροπίπερο, κύμινο, αλάτι (αν χρειασθεί)
λίγο ξίδι, 200 γραμμάρια λάδι, χυμός από 3 λεμόνια


Ζεματάμε τα χταπόδια και τα κόβουμε μικρά μικρά κομματάκια σε κύβους. Το ζουμί τους το κρατάμε, γιατί θα το χρησιμοποιήσουμε.
Ρίχνουμε σε μια μεγάλη κατσαρόλα δύο λίτρα νερό, τις πατάτες, τα καρότα, τα κρεμμυδάκια και τα σέλινα, μαζί τους και το λάδι, για να βράσουν επί είκοσι λεπτά. Κατόπιν βάζουμε τη μανέστρα και το κομμένο χταπόδι και, μόλις πάρουν μια βράση, προσθέτουμε το χταποδόζουμο, τις αλεσμένες ντομάτες και συνεχίζουμε τη βράση επί δέκα έως δεκαπέντε λεπτά. Ρίχνουμε κατόπιν τον πελτέ, τον άνηθο, τον μαϊδανό, το ξίδι και τα μπαχαρικά και δοκιμάζουμε, αν χρειάζεται αλάτι ή όχι, και συμπληρώνουμε αναλόγως -επειδή το χταποδόζουμο συνήθως είναι αλμυρό. Συνεχίζουμε τη βράση, αφού ανακατέψουμε καλά καλά τα υλικά μας, για άλλα δέκα λεπτά, κατεβάζουμε κατόπιν τη χταποδόσουπα και αμέσως ρίχνουμε σ' αυτήν τον χυμό του λεμονιού. Είναι πεντανόστιμη και μοσχοβολάει θάλασσα και λαχανόκηπο.

  από το βιβλίο ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
του Μοναχού Επιφάνιου Μυλοποταμινού


852 - Δέκα άγνωστοι και ανώνυμοι Άγιοι


Ο Κύριλλος Μοναχός, Γέροντας της Καλύβης «Τίμιος Σταυρός» των καλλιτεχνών αγιογράφων Ανανιαίων και Δικαίος της Ιεράς Σκήτης της Άγιας Άννης, κατά το σωτήριον έτος 1977-78, μας διηγήθηκε ότι στις 20 του μηνός Σεπτεμβρίου 1977, ήρθε στο Κυριακό - κεντρικός Ναός της Σκήτης - ένας Λιβανέζος χριστιανός ορθόδοξος, ό όποιος είπε ότι, λόγω της εμπόλεμης καταστάσεως στην πατρίδα του, ήταν πρόσφυγας κι έμενε στην πόλη Κανά της Γαλιλαίας.
Ο Λιβανέζος ζήτησε από το Δικαίο Πατέρα Κύριλλο, να του δείξει το δρόμο πού οδηγεί στην κορυφή του Άθωνα. Ο Π. Κύριλλος πρόθυμα έδειξε το δρόμο που ζητούσε και ο ευλαβής αυτός προσκυνητής ξεκίνησε για την κορυφή, η οποία φτάνει τα 2.030 μ. ύψος και επειδή χρειάζονται περισσότερο από 4 ώρες οδοιπορία, από την Αγιάννα μέχρι να φθάσει στην κορυφή, όπου υπάρχει και μικρό εκκλησάκι έπ' ονόματι της «Μεταμορφώσεως του Κυρίου», έπρεπε να φύγει πρωί.
Για το λόγο αυτό, ο Λιβανέζος έφυγε πολύ πρωί και το βραδάκι γύρισε πάλι στο «Κυριάκο» της Σκήτης, φιλοξενήθηκε και κοιμήθηκε. Την άλλη μέρα, μετά τη Θεία λειτουργία, ετοιμάστηκε για να φύγει, αλλά θυμήθηκε να ρωτήσει κάτι πού δεν μπόρεσε να καταλάβει και πού του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Έτσι μπροστά και σε άλλους Πατέρες της Σκήτης, με τα λίγα σπασμένα Ελληνικά πού μιλούσε είπε, πώς όταν κατέβαινε από την κορυφή του Άθωνα, στην τοποθεσία πού λέγεται «Βαβύλα» εκεί πού αρχίζει ό πολύς κατήφορος, αισθάνθηκε υπερβολική κούραση και θέλησε λίγο να καθίσει να ξεκουραστεί. εκεί πού πήγε να βρει κατάλληλο μέρος, ξάφνου βλέπει μπροστά του ένα σπίτι από το όποιο βγήκαν δυο σεβάσμιοι μοναχοί οι οποίοι τον δέχθηκαν μέσα στο σπίτι και του πρόσφεραν σύκα νωπά φρέσκα και το κρύο νερό, έφαγε και ήπιε το κρύο νερό και όπως είπε, τόση γλύκα και νοστιμιά αισθάνθηκε πού δεν μπορούσε να την περιγράψει, αλλά και κατά περίεργο τρόπο όλη ή κούραση πού είχε, μετά από το κέρασμα, εξαφανίστηκε.
Μέσα στο Καλύβι αυτό είδε δέκα σεβάσμιους Μοναχούς, τους οποίους είδε να στηρίζονται, ό καθένας τους, πάνω σε μια γυριστή στη μέση μονόξυλη μαγκούρα και με το κομποσχοίνι στο χέρι όλοι να προσεύχονται.
Τους ρώτησε, πόσον καιρό έχουν πού μένουν εκεί; Κι αυτοί του απάντησαν πώς έχουν πάρα πολλά χρόνια, και δεν κάνουν σχεδόν καμιά άλλη εργασία, παρά μόνον προσεύχονται για όλο τον κόσμο. Αυτό κίνησε την περιέργεια του Λιβανέζου, κι όταν έφυγε σ' όλο το δρόμο, όπως έλεγε, σκέφτονταν αυτό πού του είπαν ότι έχουν πολλά χρόνια εκεί προσευχόμενοι , ενώ ή ηλικία τους δεν έδειχνε να είναι και πολύ μεγάλη και για αυτό ρωτούσε το Δίκαιο και τους Πατέρες; Πώς του είπαν αυτοί οί Μοναχοί πού φαίνονταν να είναι της ίδιας ηλικίας, ασκητεύουν πάρα πολλά χρόνια εκεί;
Ο Δικαίος Πατήρ Κύριλλος, και οι άλλοι Πατέρες της Σκήτης έμειναν έκθαμβοι και κατάπληκτοι, από την αποκάλυψη αυτή, πού προφανώς ό Πανάγαθος Θεός «κρίμασιν οις Αυτός οίδε» έδειξε στο Λιβανέζο, διότι όλοι γνωρίζουν, πώς στο μέρος εκείνο δεν υπάρχει ούτε σπίτι, ούτε Μοναχοί να μένουν εκεί κοντά στην περιοχή αυτή.
Τότε όλοι μ' ένα στόμα και μια καρδιά δόξασαν το Θεό και είπαν στον ξένο ευλαβή προσκυνητή : «Αδελφέ, δώσε δόξα και ευχαριστία στο μεγαλοδύναμο και παντοδύναμο Κύριο και Θεό μας, πού σε αξίωσε να ιδείς εκλεκτούς δούλους και Αγίους Του, διότι αυτούς πού είδες εσύ χθες δεν ήσαν Μοναχοί, άλλα ήσαν Άγιοι και Όσιοι Πατέρες του Όρους, τους οποίους κανείς από μας δεν αξιώθηκε να δει, αλλά κατά καιρούς έχουν φανερωθεί σε μερικούς ευλαβείς Μοναχούς και σε καλούς και ευλαβείς χριστιανούς προσκυνητές, ένας από τους οποίους φαίνεται πώς θα είσαι και συ!!
Ό Λιβανέζος αναχώρησε ευλογών και δοξάζων τον Θεόν, τον «θαυμαστόν εν τοις Αγίοις Αυτού».


851 - Αγιορειτικές οσιακές μορφές στη Θράκη του 14ου αι. (Α΄ μέρος)


Οἱ  ἅγιοι Κάλλιστος Α΄ καί  Ἀθανάσιος Α΄ οἰκουμενικοί Πατριάρχες ἐκατέρωθεν τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ρωσική χαλκογραφία 19ου αἰ. (λεπτομέρεια). Συλλογή καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου Καυσοκαλυβίων.

 τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου (*)

Ἡ πανθομολογούμενη πνευματική ἀκτινοβολία τῆς μοναχικῆς πολιτείας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στό διάβα δώδεκα αἰώνων τῆς ἱστορίας του, ἐξακτινώθηκε σέ ὅλο τόν ὀρθόδοξο κόσμο σέ Ἀνατολή καί Δύση. Αὐτή ἡ ἐξακτίνωση δέν θά μποροῦσε νά εἶχε ἀφήσει ἀνεπηρέαστη καί μία ἀπό τίς περισσότερο εὐαίσθητες περιοχές τῆς πατρίδας μας, τή Θράκη, πού μέ τήν μεταφορά τῆς πρωτεύουσας τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους στό Βυζάντιο, στάθηκε ἡ ἴδια σταυροδρόμι Ἀνατολῆς καί Δύσης. Πόσο μᾶλλον ὅταν ἡ Θράκη ἔχει τό προνόμιο νά ἀποτελεῖ τόν ἄμεσο περιβάλλοντα χῶρο τῆς ἱερᾶς ἀθωνικῆς χερσονήσου. Βέβαια ἐδῶ θά πρέπει νά μιλήσουμε γιά μία ἀμφίδρομη σχέση, ἀφοῦ ἀπό τή μιά πλευρά, ὁ Ἁγιώνυμος Ἄθως πρόσφερε ἁγιασμένες μορφές, πού εἴτε πέρασαν καί ἔφυγαν εἴτε ἀσκήθηκαν, δραστηριοποιήθηκαν καί τελειώθηκαν στή Θράκη, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη, ἡ θρακική γῆ ἀντιπρόσφερε πλουσιοπάροχα στό Περιβόλι τῆς Παναγίας ἐκλεκτά γεννήματά της πού κοσμοῦν τό πνευματικό στερέωμα τοῦ Ἁγίου Ὄρους.  
  Ἐμεις θά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν πρώτη περίπτωση, περιοριζόμενοι μάλιστα στή διαπραγμάτευσή μας αὐτή, στήν περίοδο τοῦ 14ου αἰώνα, ὁ ὁποῖος ἀπό τούς περισσότερους ἐρευνητές, θεωρεῖται ὡς ὁ χρυσός αἰώνας τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ.
  Μέσα ἀπό ἱστορικές καί ἁγιολογικές προσεγγίσεις Ἁγιορειτικῶν ὁσιακῶν μορφῶν πού ἔζησαν καί ἀσκήθηκαν στά διάφορα μοναστικά κέντρα τῆς Θράκης (Παρόρια, Παπίκιον ὄρος, ὄρος Γάνος) ἤ ποίμαναν θεοπρεπῶς θρακικές μητροπόλεις (Περιθεώριον, Ἡράκλεια) κατά τόν 14ο αἰ., καί οἱ ὁποῖες μέ τήν ἁγιαστική ζωή, τή δράση καί τήν συνολική τους προσφορά σημάδεψαν τήν ἐποχή τους, θά γίνει προσπάθεια νά καταδειχθεῖ ἡ εὐεργετική ἐπίδραση τῆς παρουσίας τους στήν περιοχή καί εἰδικότερα, ἡ συμβολή τους στήν ἀκμή τοῦ θρακικοῦ μοναχισμοῦ καί τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν καί κατ’ ἐπέκταση στήν πνευματική καλλιέργεια τῆς θρακικῆς κοινωνίας.
  Στούς ἱστορικούς καί τούς λοιπούς ἐρευνητές εἶναι γνωστό τό πρόβλημα τῶν λιγοστῶν μαρτυριῶν πού παρέχουν οἱ πηγές πού ἀφοροῦν στήν ἱστορία τῶν ἀπαρχῶν, τῆς ὀργανώσεως καί ἐξελίξεως τοῦ μοναχισμοῦ στή Θράκη κατά τή βυζαντινή περίοδο, ὁπότε καί κατά τόν 14ο αἰ. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦν τά Τυπικά καί λοιπά ἔγγραφα τῶν μονῶν καί κυρίως τά ἁγιολογικά κείμενα.
  Ὁ μοναχισμός φαίνεται ὅτι ἔφθασε στή Θράκη κατά τά τέλη τοῦ 4ου αἰ., στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Ἀρκαδίου (395-408). Ἡ πρώτη μονή, πού τό πιθανότερο βρισκόταν στίς ἐσχατιές τῆς τότε θρακικῆς διοικήσεως, στήν ἐπαρχία τῆς Σκυθίας, ἦταν τό ‘‘καστέλλιον’’ τῆς Ἁλμυρίσσου, πού ἵδρυσε ὁ Ἀρμένιος στρατιώτης Ἰωνᾶς. Στήν ἴδια ἄλλωστε τή βυζαντινή πρωτεύουσα ἡ πρώτη μονή, ἡ μονή Ἰσαακίου ἤ τοῦ Δαλμάτου, εἶχε ἱδρυθεῖ ὄχι πολύ πρίν, περί τό 382-383. Κατά τήν παράδοση ὅμως, μοναχική ζωή ὑπῆρχε στή Θράκη, καί συγκεκριμένα στό ὄρος Γάνος, ἤδη ἀπό τόν 2ο-3ο αἰ., μέ τήν ἐκεῖ μετάβαση τοῦ ὁσιομάρτυρος Νίκωνος (ΚΔ΄ Μαρτίου), ὅπου ἡγήθηκε ἀδελφότητας 190 μοναχῶν.
  Τό ὄρος Γάνος, τό ὁποῖο κατά τήν μέση καί ὕστερη βυζαντινή περίοδο ὑπῆρξε περίφημο μοναστικό κέντρο, βρίσκεται στή νοτιοανατολική Θράκη ἀπέναντι καί ἀνατολικά ἀπό τή Λάμψακο καί ἐκτείνεται κατά μῆκος τῶν βορειοδυτικῶν ἀκτῶν τῆς Προποντίδος, μεταξύ Πανίου καί Περιστάσεως. Τά πρῶτα ἱστορικά στοιχεῖα τοποθετοῦν τίς ἀπαρχές τῆς ἐκεῖ μοναχικῆς ζωῆς τουλάχιστον τό 10ο αἰ. ὅπου κατοικοῦνταν ἀπό ἀσκητές. Ἀπό τό πρῶτο μισό τοῦ 11ου ὅμως αἰώνα, ἄκμαζε ὡς ἑστία μοναχῶν, μέ μοναστήρια, σκῆτες καί κελλιά, ὀργανωμένη σύμφωνα μέ τά πρότυπα τῶν λαυρῶν τῆς Αἰγύπτου καί τῆς Συρίας. Οἱ πηγές μαρτυροῦν γιά ἀνεπτυγμένη μοναστική ζωή μέ ὑψηλό βαθμό ὀργανώσεως. Χαρακτηριστικό εἶναι ὅτι τή διεύθυνση καί τήν πνευματική καθοδήγηση ὅλων τῶν ἐνασκουμένων στό Γάνο καθώς καί τήν ἐκπροσώπηση τῆς μοναστικῆς τους κοινότητος ἔναντι τῶν πολιτικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν ἀρχῶν εἶχε ἕνας αἱρετός πνευματικός προϊστάμενος, πού -ὅπως συνέβαινε καί στό Ἅγιον Ὄρος- ἔφερε τό ἀξίωμα καί τόν τίτλο τοῦ ‘‘Πρώτου’’. Ἕνας ἀπ’ αὐτούς εἶναι ὁ γνωστός γιά τά ἀντιρρητικά του κείμενα Ἰωάννης Φουρνῆς, πού διετέλεσε Πρῶτος τῶν μονῶν τοῦ Γάνου, στό πρῶτο μισό τοῦ 12ου αἰ. Ἀπό τό τέλος τοῦ 12ου αἰ., ὁ μοναστικός οἰκισμός τοῦ Γάνου ἔπεσε σέ παρακμή ἐξ αἰτίας τῶν ἐπιδρομῶν τῶν Βουλγάρων (1199). Τό κακό ὁλοκλήρωσαν λίγο ἀργότερα οἱ Σταυροφόροι. Μέ τήν ἀνακατάληψη τοῦ Γάνου ἀπό τούς Βυζαντινούς τό 1235 καί τήν παλινόρθωση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας (1261) τέθηκαν πάλι οἱ κατάλληλες προϋποθέσεις γιά τήν ἀναδιοργάνωση τοῦ μοναχικοῦ βίου στό περίφημο αὐτό μοναστικό κέντρο. Στήν ἀναλαμπή τοῦ μοναχισμοῦ πού σημειώθηκε στή συνέχεια, σημαντική θεωρεῖται ἡ συμβολή τοῦ Θρακιώτη ἀλλά καί Ἁγιορείτη, μετέπειτα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ἁγίου Ἀθανασίου Α΄ (1289-1293, 1303-1309). Ἡ ὁριστική παρακμή τοῦ ὄρους Γάνος ὡς μοναστικοῦ κέντρου ἄρχισε στίς ἀρχές τοῦ 14ου αἰ. μέ τίς καταστροφές τῶν Τούρκων στήν περιοχή. Πάντως, ὁ μοναχισμός στό Γάνο, συνέχισε τήν ὕπαρξή του - ἴσως ὄχι μέ τήν ἴδια ἀκτινοβολία- καί κατά τή μεταβυζαντινή περίοδο.
  Ὁ Θρακιώτης ἅγιος Ἀθανάσιος Α΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως γεννήθηκε τό 1230-1235 στήν Ἀδριανούπολη καί στό βάπτισμά του ἔλαβε τό ὄνομα Ἀλέξιος. Νέος ἐκάρη μοναχός σέ μονή τῆς Θεσσαλονίκης μέ τό ὄνομα Ἀκάκιος. Ἀργότερα πῆγε στό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐγκαταβίωσε στή Μονή Ἐσφιγμένου, ὅπου ἔλαβε τό μέγα σχῆμα καί πῆρε τό ὄνομα Ἀθανάσιος.Ἔπειτα ἀπό πολύχρονη εὐδόκιμη ἄσκηση, ἀναχώρησε ἀπό τόν Ἄθω καί ἀφοῦ περιπλανήθηκε, ἐκτός ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους (ἔρημος τοῦ Ἰορδάνη), σέ διάφορα μοναστικά κέντρα ὅπως τά ὄρη Λάτρος, Αὐξεντίου καί Γαλήσιο (μονή Ἁγίου Λαζάρου, ὅπου ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός καί μετονομάσθηκε Ἀθανάσιος), ἐπέστρεψε στό Ἅγιον Ὄρος. Τέλος, κατέληξε στό ὄρος Γάνος, κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν τοῦ λατινόφρονος Πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου καί τῶν πιέσεων τοῦ φιλενωτικοῦ αὐτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου πού θέλησαν νά ἐπιβάλλουν τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου τῆς Λυών (1274).
   Στό Γάνο ὁ Ἀθανάσιος ἔγινε πόλος ἕλξεως καί ἄλλων μοναχῶν τούς ὁποίους ἐνθάρρυνε καί ἐμψύχωσε στούς ἀγώνα τους κατά τῶν ἑνωτικῶν σχεδίων. Σύντομα ἡ φήμη του συνέτεινε στό νά συρρέουν σ’ αὐτόν πλήθη πιστῶν ‘‘πρός διαδαχήν’’. Ἔτσι, γύρω στά 1280, ἵδρυσε τή Νέα Μονή στήν ὁποία καί ἔζησε μέχρι τό 1289 ὁπότε καί ἐξελέγη πατριάρχης. Γιά τήν σθεναρή ἀνθενωτική του στάση ἐκλήθη ἀπό τόν αὐτοκράτορα στήν Κωνσταντινούπολη ὅπου βασανίστηκε καί φυλακίστηκε. Μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ἐπέστρεψε στό Γάνο, ὅπου, παρ’ ὅλα τά παθήματά του, διατήρησε τήν ἀνθενωτική του διδασκαλία του. Ἐτσι «τούς ἀδελφούς ἐνουθέτει, παρήνει, συνεβούλευε, παρεκάλει βίου ἀντέχεσθαι καθαροῦ καί τῶν ὀρθῶν δογμάτων καί τήν τῶν Ἰταλῶν ὅλῃ ψυχῇ διωθεῖσθαι συναυλίαν». Ἀργότερα, μετά τόν θάνατο τοῦ Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου καί γιά τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τό ποιμαντικό του ἔργο καί τήν ὀρθόδοξη στάση του, ὁ Ἀθανάσιος κρίθηκε ἄξιος γιά οἰκουμενικός Πατριάρχης (ἐνθρονίστηκε τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1289). Ὡς πατριάρχης ἔχαιρε μεγάλης ὑπολήψεως καί συμμετεῖχε ἐνεργά στίς κρατικές ὑποθέσεις. Ἀσκοῦσε μεγάλη ἐπίδραση στόν αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο. Ἀπό τόν οἰκουμενικό θρόνο παραιτήθηκε τό 1293 καί ἐπέστρεψε στήν ἀγαπημένη μονή του, στό ὄρος Γάνος. Ἀργότερα ὅμως ἐπανῆλθε στό θρόνο του (1304-1310). Ἐκοιμήθη σέ βαθύ γῆρας μεταξύ τῶν ἐτῶν 1310-1323. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 28 Ὀκτωβρίου.  (συνεχίζεται.......)

(*) Ὁλόκληρη ἡ μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», δημοσιεύθηκε στά Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.