Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

810 - Ο μοναχισμός όπως τον συλλογίστηκε ο Καθηγούμενος της Ι.Μ. Δοχειαρίου


 
Ο μοναχισμός δεν είναι θεσμός, αν και από πολλούς εν τη ρύμη του λό­γου λέγεται και γράφεται. Είναι χαρισματούχα κατά­σταση και χαρισματούχα κλήση του Θεού εν τη Εκκλησία. Γι' αυτό το ιερόν Ευαγγέλιο λέγει «οις δέδοται» και «ο δυνάμενος χωρείν χωρείτω». Απ' όλους τους χώρους της Εκκλη­σίας στον μοναχισμό φαίνε­ται περισσότερο το υπερ­φυσικό της στοιχείο.
Όταν ακούω ορισμένους να λέγουν: «Ο κόσμος έχει ανάγκη. Τι κλειστήκατε εσείς στα μοναστήρια;», αισθάνομαι πως δεν ερωτούνε τους μοναχούς, αλλά τον ίδιο τον Θεό: «Τί τους κά­λεσες, Θεέ, στις ερημιές και στα μοναστήρια; Δεν βλέ­πεις πόσες ανάγκες έχου­με στον κόσμο;». Έτσι, άθελά του ο άνθρωπος κά­νει υποδείξεις στον Θεό τί πρέπει να πράττει.
Στα νεανικά μου χρόνια κυκλοφορούσε περιζήτη­το βιβλίο αν κάποιον περίφημο συγγραφέα με τίτλο «Για να άνοιξη ο δρόμος σου» το όποιο έμμεσα χτυπούσε την χαρισματική κλήση. «Δεν χρειάζεται -έγραφε- να υπάγουμε στα βουνά, στα μοναστήρια και τις σπηλιές, για να βρούμε τους αγίους». Από αυτήν την θέση προήλθε η κρίση στον μονα­χισμό, αν και αυτό σήμερα τα παιδιά τους δεν το αποδέχονται με τίποτα. Έτσι, κινδύνεψε να εκλείψη ο μοναχισμός από  την Ορθόδοξη Εκκλησία και να καταντήσει προτεσταντική οργάνωση.
Ακόμη μια επεξήγηση: Όταν λέγουμε ότι ο μοναχισμός είναι χαρισματική κατάσταση, εννοούμε πως το αποτέλεσμα της άσκησης του μονάχου είναι στο εγγύς μέλλον άγνωστο και στο παρόν εν πολλοίς αβέβαιο. Είναι εσχατολογικό. Είναι αυτό που θα φανεί την ημέρα της θείας επιφανείας. Ενώ το θεσμικό είναι βέβαιο και άμεσο, ανεξάρτητο από την προσωπική ζωή του ιερουργούντος. Λειτουργεί ένας ιε­ρεύς; Εφόσον είναι κανονικός ιερέας και επικαλείται το Πνεύμα το Άγιον, χωρίς καμία αμφιβολία θα γίνει η μεταβολή του άρτου και του οίνου σε σώμα και αίμα Χρίστου. Βαπτίζει; Ε­φόσον έχει ενεργό την ιεροσύνη, ας είναι ο χει­ρότερος των ανθρώπων, βαπτίσθηκε ο άνθρω­πος.
Ενώ ο μοναχός αν είναι φαυλόβιος και προσεύχεται, ποιά ενέργεια θα έχει η προσευχή του; Γέγραπται γάρ: «Αμαρτωλών ουκ ακού­ει ο Θεός».
Αλλά ας γυρίσουμε το δοιάκι του λόγου στον μοναχισμό, όπως στην αρχή το συλλο­γίστηκα. Ο μοναχισμός είναι ένας βράχος, είναι μια πέτρα γρανιτένια σαν εκείνα τα απόκρημνα βράχια των Μετεώρων. Ο μοναχισμός στήθηκε στην γη, στην Εκκλησία, όχι ως φυ­σικό φαινόμενο, αλλ' ως υπερφυσικό. Τον έ­φτιαξαν οι σταλαγμίτες των δακρύων των απ' αιώνος Οσίων, που έπεσαν στην γη από τα μετανοιωμένα μάτια.
Έγινε τόσο σκληρός ο βράχος του μοναχισμού, που κανείς δεν μπο­ρεί να τον λαξέψει η να τον σαλέψει από την ρίζα του. Το μακραίωνο μαρτύριο της συνει­δήσεως τον έκανε πιο σκληρό από το σμυρίγλι και τον γρανίτη. Πολλοί αποτυχημένα σκέφθηκαν να τον κλονίσουν, αλλά εκείνος έμει­νε άσειστος, γιατί είναι ποτισμένος με το πιο καυτό υγρό που υπάρχει στη γη, τα δάκρυα της μετανοίας. Ποτίστηκε, ποτίστηκε και έσφι­ξε.
Έγινε ένα πολύγωνο διαμάντι που από παν­τού αστράφτει. Όσο πιο πολύ τον χτυπάς, τό­σο πιο αστραφτερός γίνεται. Όσο πιο πολύ προσπαθείς να τον κρύψεις, τόσο πιο πολύ φαίνεται. Και όσο πιο πολύ προσπαθείς να τον αμαύρωσης, τόσο πιο περιζήτητος γίνεται. «Πολλά δύνανται τα δάκρυα» ψάλλει η Εκ­κλησία την περίοδο αυτή.
Στάλα-στάλα τα δάκρυα έφτιαξαν τον βράχο του μοναχισμού κυματοθραύστη στους χειμαζόμενους, ανάπαυση των κουρασμένων. Έγινε ο μεγαλύτε­ρος εκφορτωτής των πεφορτισμένων και ο ύψι­στος κοσμημένος χιτώνας των εραστών του Χριστού, όπου συναντάται το ακρότατον εφετόν και απολαμβάνεται το απόθετον κάλλος. Αυτόν τον βράχο ανεβαίνουμε όλοι εμείς που γονείς, πατρίδες, συγγενείς, και γνωστούς αφήσαμε. Οι ολοκληρωτικά δοσμένοι στο Θεό, που δεν κρατήσαμε τίποτε για τον εαυτό μας, ούτε μιας βραδιάς αλάτι, όπως λέγει ο λαός μας.
Αδελφοί μου, είμαστε ορειβάτες στον ιερό βράχο του μοναχισμού, ακολουθώντας τα ίχνη των αγίων Πατέρων. Αν θελήσουμε να φτιάξουμε δικά μας πατήματα, σίγουρα θα γκρεμιστούμε όπως ο εωσφόρος. Στα δικά μας πατήματα θα πιαστεί κάθε εχθρός και πολέμιος του μοναχισμού, είτε κληρικός είναι είτε λαϊκός.

Ο ιερός βράχος αλεξιπτωτιστάς δεν δέχεται. Η προσγείωση γίνεται πάντα με ανάβαση, όπως την χάραξαν οι άγιοι Πατέρας. Οι άλλοι δρόμοι δεν φτιάχνουν ούτε μοναχό ούτε μοναχούς. Στο τέλος, παρά τα τάλαντα τους θα ομολογήσουν τον λόγο του Κυρίλλου Καστανοφύλλη: «Και τον μοναχόν απώλεσα και μοναχούς ούκ έποίησα».
Καυχώνται πολλοί γόητες και πλάνοι, του κόσμου πως εισήλθαν τάχατες στα άδυτα του μοναχισμού. Λες και τα άδυτα αυτά είναι πως τρώγει και τί τρώγει, πως πλαγιάζει και κοι­μάται ο μοναχός, η πόσο θυμώνει ο ηγούμενος, όπως καμαρώνουν οι ανόητοι δημοσιογρά­φοι, που δεν συνειδητοποίησαν ακόμη ότι εφη­μερίδα γράφουν και όχι Ευαγγέλιο.
Το άδυτα του Όρους και κάθε καλογερικού όρους δεν είναι τα σκευοφυλάκια ούτε τα θησαυροφυλάκια ούτε οι αδυναμίες των εγκαταβιούντων αλλά οι καρδιές των μοναχών. Εκεί βλέπεις και απολαμβάνεις τον πλούτο ή την φτώχεια τον μοναχισμού.
Εκεί καθοράς αν υπάρχει όντος Θησαυρός η άνθρακες. Αυτή όμως η είσδυσις είναι προνόμιο των εχόντων λεπτές κεκαθαρμένες αισθήσεις, και όχι των εχόντων τις αισθήσεις κεκαυτηριασμένες. Αυτοί και καλό να δού­νε, θα το διαστρέψουνε.
Αδελφοί μου, ο βράχος που ανεβαίνουμε είναι δυνατός, κατάγερος. Εμείς είμαστε αδύναμοι και ανήμποροι. Ας προσέχουμε, παρακαλώ, γιατί εμείς οι μοναχοί και γενικά οι ρα­σοφόροι έχουμε την τύχη των ποντικών: Ένα τρώγει το τυρί, «τα ποντίκια έφαγαν το τυρί».  Ένας μοναχός ωλίσθησε, «όλοι οι μονάχοι ολι­σθαίνουν».
Οι πλάνοι και γόητες αυξήθηκαν στις μέρες μας σαν τους κοπρομανίτες. Όλοι τάχατες πονούν τον μοναχισμό και μιλούν για εκκοσμίκευση. Αυτοί που το Ευαγγέλιο δεν εί­χε ποτέ την παραμικρή ισχύ στην ζωή τους. Δεν έχουμε από πουθενά υποστήριξη. Και δεν θέλουμε τα δεκανίκια των αναπήρων, παρά μό­νον την βοήθεια της Παναγίας.
Οι άνθρωποι που μας πλησιάζουν δεν έχουν λαλιά, δεν έ­χουν φωνή να διαψεύσουν, να βουλώσουν τα απύλωτα στόματα. Τούς φίλους μας και τους γνωστούς μας πρέπει να τους προσέχου­με πιο πολύ από τους εχθρούς μας. Να προ­σέχουμε τι μας υπαγορεύουν και τι μας υποδεικνύουν. Πίσω από τις αβρότητες υπάρχει πάντα ένας μεγάλος διάβολος.
Πόσες φορές «φίλοι» του μοναστηριού ξεμαδέρωσαν αδελφούς από την αδελφότητα, όπως η φουρτούνα τις κουπαστές του καραβιού! Η πορεία μας γίνεται εν μέσω παγίδων πολλών. «Στώμεν καλώς», γιατί όπως είπε και ο μέγας πατέρας μας Αντώνιος: «Εν ταις εσχάταις ημέραις οι συνετοί θα θεωρούνται τρελοί και οι τρελοί συνετοί».
Σήμερα ο λόγος θα έπρεπε να αναφέρεται στο άλλο μεγάλο βουνό, του μαρτυρίου, όπως ταιριάζει στην εορτή. Αλλά λόγω των γεγονότων της εποχής, πιαστήκαμε με το όρος του μοναχισμού. Μακάρι να παραμείνει και για μας και για όλο το κόσμο αυτό το ιερό βουνό το πιο ψηλό του κόσμου, για να βρίσκουν οι άνθρωποι το μέτρο της ορθής πίστης και ζωής.

Ομιλία της 9/22-3-2010 του Kαθηγουμένου της I. Mονής Δοχειαρίου Αγ. Όρους Aρχιμ. Γρηγορίου εις την πανήγυριν των Aγ. Τεσσαράκοντα της Ι.Μ. Ξηροποτάμου Αγ. Όρους

Χριστιανική Σπίθα, Έτος ξς' Πάρος Νοέμβριος 2010  Αριθμ. Φυλ. 689.

809 - Μια σπάνια φωτογραφία του 1960


Στη φωτογραφία του 1960 διακρίνονται τρεις σημαντικές μορφές της Ρουμανικής Ορθοδοξίας.


Από αριστερά:





Ιερομόναχος Ηλία Κλεόπα (1912-1998) 
Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Sihastria











Antonie Plamadeala (1926-2005), 
Μητροπολίτης Τρανσυλβανίας





 




Ιερομόναχος Πετρώνιος Προδρομίτης 
(1914-2011), 
Δικαίος της Ιεράς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου 
Αγίου Όρους.

808 - Γέρων Πετρώνιος Προδρομίτης (1914-22.2.2011)


Ο π. Πετρώνιος γεννήθηκε το 1914 στην κοινότητα Φαρκάσα του νομού Νεάμτς. Ο πόθος του από νέος ακόμα να γίνει μοναχός οδήγησε τα βήματά του στη Μονή Νεαμτς όπου και έγινε μοναχός. Έπειτα πήγε στην Μονή Αντίμ του Βουκουρεστίου ενώ σπούδασε και στη Θεολογική Σχολή του Βουκουρεστίου.
Το 1978 πήγε στο Άγιον Όρος. Ο π. Πετρώνιος πήγε εκεί με τη δεύτερη γενιά μοναχών, σταλμένοι από το Πατριαρχείο Ρουμανίας με σκοπό την πνευματική αναγέννηση της σκήτης του Τιμίου Προδρόμου.
Από το 1984 ήταν και πνευματικός αλλά και βιβλιοθηκάριος της Σκήτης.

Όταν ο Placide Desseille ζήτησε από τον π. Μακάριο τον Σιμωνοπετρίτη να τον πάει σε κάποιον γέροντα για να ακούσει κάποιον πνευματικό λόγο, εκείνος μαζί με τον ηγούμενο Ελισσαίο και άλλους μοναχούς της συνοδείας τους τον πήγαν στον πατέρα Πετρώνιο.
Όταν ζήτησαν από τον γέροντα Αντριάν Φαγκατσεάνου να πεί κάτι για τον γέροντα Πετρώνιο εκείνος είπε: «Τον Πετρώνιο τον Προδρομίτη; Ο πιο ταπεινός, ο πιο ταπεινός, ο πιο ταπεινός»!
Πατώντας το πόδι του στην αθωνική γη της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου ο Νικολάε Μπαλτσιούτ θα γράψει: «Ο πατέρας Πετρώνιος είναι τόσο αγαπητός που τον συμβουλεύονται και οι Έλληνες και οι Ρουμάνοι μοναχοί»
Ο π. Ιωαννίκιος από την Μονή Σίμωνος Πέτρα θα πει: «Ο π. Πετρώνιος ο Προδρομίτης συνταιριάζει τέλεια την αγάπη με την άσκηση και την πραότητα. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο γέροντας στεκόνταν όρθιος στις αγρυπνίες όλη νύχτα. Το να καθίσει για λίγο γονατιστός ήταν μια ευλογία»
Ψάχνοντας να βρω και κάτι άλλο να γράψω θυμήθηκα τι είχε γράψει πριν από 2 χρόνια στο ορθόδοξο περιοδικό Lumea Monahilor ο George Crasnean: «Έδειξα στην γυναίκα μου 3217 φωτογραφίες με αθωνίτες μοναχούς και την ρώτησα ποιός σου φαίνεται ''καλός άνθρωπος''. Απ' όλους διάλεξε τον π. Πετρώνιο ίσως επειδή τα μάτια του να ''πρόδωσαν'' την ξεχωριστή του ψυχή
Κανένας από όσους πέρασαν το κατώφλι της Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου δεν μπορούν να ξεχάσουν το φως που εξέμπεμπε η μορφή του και τα πνευματικά λόγια που πρόσφερε καθισμένος σ' ένα παγκάκι κάτω από το φως της ανατολής ή του δειλινού.
«Μ' αρέσει να περπατάω, αυτή είναι η χαρά μου, επειδή πολλοί Άγιοι Πατέρες αγίασαν τις πέτρες τούτες με τον ιδρώτα τους» έλεγε ο γέροντας. Πατώντας στα χνάρια αυτών των πατέρων, αισθανόταν την χαρά της κοινωνίας και της αδιάλειπτης προσευχής
Ο Θεός να τον αναπαύει.
http://proskynitis.blogspot.com/2011/02/blog-post_22.html




Η εξόδιος Ακολουθία του Γέροντα Πετρώνιου (24.2.2011)
.

807 - Διαπερνώντας εν μέσω χειμώνος την έρημο Σάρα...


του Αρχιμανδρίτου Αχιλλίου Τσούτσουρα

Στα μέσα του Νοεμβρίου και κάτω από τον ψυχρό παγετό των ημερών αυτών, μας αξίωσε η Χάρις του Αγίου Θεού να ανέβουμε στα φριχτά Καυσοκαλύβια, στην περίφημη Σκήτη της Αγίας Τριάδος, μαζί με μια μικρή ομάδα πνευματικών παιδιών, προερχόμενοι μάλιστα από την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας.
Πόθος ιερός και επιθυμία πολλών ετών κατέκλυζαν τις ψυχές μας να οδοιπορήσουμε από Λαύρα προς Καυσοκαλύβια, την κοιλάδα των ασκητών και ερημιτών μέσω της απόκρημνης και λίαν επικίνδυνης ερημικής πλαγιάς που ονομάζεται Σάρα.


Έτσι, μετά την θεία λειτουργία που τελέσαμε πρωΐ – πρωΐ στον τάφο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου στην αγιασμένη Λαύρα και τις πολύ καλές και ενθαρρυντικές συμβουλές που ακούσαμε από το στόμα του πολυσέβαστου  Καθηγουμένου π. Προδρόμου, αναχωρήσαμε χάριτι Θεού για την αγιοβάδιστη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων.
Το μονοπάτι στην αρχή βατό, δασώδες, πανέμορφο, ήπιο, ζεστό, ηλιόλουστο, πετρώδες αλλά ίσιο και ευκολοβάδιστο, λίγο ανηφορικό έως το ύψος της Ρουμάνικης Σκήτης και μετά αμέσως κατηφορικό, πιο άνετο, μόλις έφτανες στο Χαΐρι, ένα μικρό χτιστό δωμάτιο κοντά στον Σταυρό, παλαιό τάμα Τούρκου, ευεργετηθέντος υπό της Παναγίας μας. 
Η πρώτη στάση βέβαια, έγινε νωρίτερα σε μια θαυμάσια πηγή, όπου ακούσαμε την ιστορία της, από τον Λαυριώτη αδελφό π. Ευστάθιο, ένα ανθρωπο πραγματικό δώρο του Θεού, που μας συνόδευσε έως την πρώτη μεγάλη στροφή του μονοπατιού, εκεί όπου αφήνεις τη μια πλευρά της Αθωνικής χερσονήσου και ξεκινά η άλλη, με τις σκήτες και τα φριχτά Καρούλια, τα Κατουνάκια και την Αγία Άννα, το Άγιο Βήμα, όπως λένε οι Αγιορείτες.
Αυτή η Βρύση λοιπόν, χτίσθηκε από αγιορείτες πατέρες για να δροσίζει και να ξεδιψά και τους διαβάτες του Άθω, αλλά και τα ζώα, αφού το νερό κατέληγε σε ένα θαυμάσιο χαμηλό αυλάκι, ειδικό για τα ζώα. Αμέσως διερωτηθήκαμε υπάρχουν εδώ πάνω τόσο μεγάλα ζώα; κι ευθύς ένα γέρικο κάτασπρο μουλάρι έκανε την εμφάνισή του και μάλλον τον ενοχλούσαμε.Το είχαν οι Πατέρες πια αφήσει να ζήσει ήσυχο τις τελευταίες στιγμές της ζωής του μέσα στο δάσος. 
Οπισθοχωρήσαμε για λίγο, εκείνο ήπιε αρκετό νερό και ξεδίψασε αλλά η περιπέτειά μας δεν σταμάτησε εδώ. Αντί να κατηφορίσει προς Λαύρα, φοβούμενο εμάς το ζώο, ανηφόριζε από το στενό μονοπάτι, εμποδίζοντάς μας να συνεχίσουμε το δρόμο μας. Χρειάσθηκε να κρυφτούμε για λίγο, ώστε το ζωντανό να αποφασίσει την αλλαγή πορείας του κι έτσι πήραμε και πάλι το φιλικό μας μονοπάτι, με το οποίο σιγά  – σιγά εξοικιωνόμασταν.
Ο μέχρι πρότινος συνοδοιπόρος μας, π. Ευστάθιος, αποχαιρετώντας μας για Κερασιά, μας έδειξε από ψηλά το μονοπάτι του γυμνού και απόκρημνου βουνού, το λεγόμενο Σάρα και μας είπε να μην ανησυχούμε υπάρχει φαρδύ μονοπάτι ενός μέτρου και στην απορία μας γιατί δεν διακρίνεται καν δρόμος ή έστω μονοπάτι μικρό, μας απήντησε πως όταν ζυγώσουμε αμέσως  θα φανεί και μια χαρά θα το διαβούμε. Βέβαια μας είπε και κάτι άλλο, πως διασχίζοντας το καλό θα είναι να προσεύχεσθε ή να λέτε από μέσα σας τους Χαιρετισμούς της Παναγίας! 
Πράγματι, περάσαμε ένα καταπράσινο άγριο μονοπάτι, γεμάτο κυκλάμινα και χρωματιστά λουλούδια, που πολλές φορές χρειάσθηκε να το ανοίξουμε για να το διαβούμε, λόγω και της άγριας βλάστησης που έκλεινε το μονοπάτι αλλά και του ότι σίγουρα πολύ τακτικά δεν περνάει κανείς από κει.
Ώσπου από την ομορφιά της φύσης και την ασφάλεια της υπέροχης βλάστησης, βρεθήκαμε ξαφνικά στο ακριβώς αντίθετο, χωρίς καμμία προειδοποίηση. Μπροστά μας απόκρημνοι βράχοι, τεράστιες πέτρες έτοιμες να κατολισθήσουν, ούτε ένα φύλλο να μας συνοδεύει, από πάνω μας γυμνός και χιονισμένος ο γερο - Άθωνας και δίπλα μας το υποτυπώδες μονοπάτι, που μόλις και μετά βίας πατούσαν οι δύο πατούσες σου, και κάτω ο απότομος γκρεμός που κατέληγε στους μυτερούς βράχους και την αγριεμένη θάλασσα της χερσονήσου
Κάναμε την προσευχή μας και ξεκινήσαμε. Μοναδική παρηγοριά μας η Παναγία μας, η προστάτις του Άθωνα,  η  Γερόντισσα του περιβολιού της, και μοναδική χρήσιμη βοήθεια η γκλίτσα μας, το στήριγμά μας, που ευτυχώς την πήραμε από κοντά και εκείνη προπορευόταν των δειλών βημάτων μας.
Απ’  τις λίγες φορές που κατά  τη διάρκεια της διασχίσεως ενός δρόμου, δεν ήθελα να κοιτώ ούτε πάνω και κυρίως ούτε κάτω και σίγουρα ήταν καλύτερα, που μέχρι τότε κανείς δεν μας είχε πει γιατί η πλαγιά αυτή ονομάσθηκε Σάρα. Αργότερα μας εξήγησαν οι Γεροντάδες, πως το 1905 έγινε στην περιοχή φοβερός σεισμός στις 26 Οκτωβρίου, που σάρωσε τα πάντα.
Έπεφταν υπέρογκοι βράχοι σαν από ηφαίστειο, με αποτέλεσμα να παρασυρθούν στον γκρεμό πέντε καλύβες και να καταπλακωθούν έντεκα άνθρωποι, πέντε μοναχοί και έξι Υδραίοι ψαράδες! Οι πατέρες έψαλαν τότε τον Κανόνα του σεισμού και σαν τελείωσε, η δόνηση της γης έπαυσε και η περιοχή ονομάσθηκε έκτοτε Σάρα.
Παίρνει μια γεύση απ’ τη Σάρα κι ο διαβάτης σαν περνά διστακτικός. Η όψη του βουνού άγρια, οι βράχοι απειλητικοί, ο τόπος απαράκλητος και το κλίμα τσουχτερό, πού ο ήλιος, πού η ζεστασιά! Κρύο, παγετός και ομίχλη στην καρδιά της Σάρας. Αλλά νικάει πάντα η προσευχή και οι καρποί της είναι πάντα ολοφάνεροι.
Μετά από εικοσιπέντε λεπτά περίπου, διασχίσαμε τη Σάρα, γιατί βαδίζαμε αργά για να είμαστε περισσότερο ασφαλείς κι έτσι περάσαμε απέναντι και το τοπίο σιγά – σιγά άρχισε να φτιάχνει. Καμία επικινδυνότητα τώρα· ο καιρός καλός, τα δένδρα και οι θάμνοι δίπλα μας, αναθαρρήσαμε πάλι. Κάναμε και μια μικρή στάση για να συνέλθουμε και να πάρουμε λίγη δύναμη. Εκεί ακούσαμε για πρώτη φορά κάποιους ψιθύρους να μας πλησιάζουν. Αναθαρρύναμε στη σκέψη ότι και κάποιοι άλλοι φιλοαθωνίτες ήταν κοντά μας. Και πράγματι, ήταν τρεις Ρώσσοι προσκυνητές που μας χαιρέτησαν ένθερμα, διαγράφοντας την ακριβώς αντίθετη και δυσκολώτερη λόγω της ανάβασης, πορεία, οι οποίοι δεν γνώριζαν ούτε ελληνικά, ούτε αγγλικά, το μόνο που μας ρώτησαν ήταν: «Σάρα; σάρα;» Και μεις τους είπαμε ναι από δω βρίσκεται η Σάρα και τους σταυρώσαμε να τη διασχίζουν άνετα και άφοβα. Ενώ προχωρούσαμε άλλη μια έκπληξη μας περίμενε. Στα καλά καθούμενα νοιώσαμε κάποιες σταγόνες βροχής να μας επισκέπτονται, που αμέσως μεταβλήθηκαν σε δυνατό χαλάζι.
Αισθανθήκαμε μεγάλη ανασφάλεια γιατί δεν υπήρχε στην περιοχή τίποτε που να μας βοηθήσει να καλυφθούμε. Και ξαφνικά σε κλάσματα δευτερολέπτου, μετά από μια στροφή του μονοπατιού διακρίνει ένας της παρέας το σπήλαιο του Οσίου Νείλου του Μυροβλύτου. Περνούμε μέσα στο ταπεινό ξύλινο αρχονταρίκι και τότε η βροχή δυναμώνει πολύ, και δεν αργούν να εμφανισθούν πολλοί κόκκοι χαλαζιού και μάλιστα απειλητικότατοι!
Δοξάσαμε για άλλη μια φορά το Όνομα του Θεού και με τη βοήθεια του Μοναχού της καλύβης προσκυνήσαμε την Εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και κατεβήκαμε έως το σπήλαιο του Οσίου Νείλου. Μετά τη σύντομη αλλά πραγματική ξεκούρασή μας στον Όσιο Νείλο, συνεχίσαμε την πορεία μας έχοντας και πάλι συνοδοιπόρο μας τον λαμπερό μεν πλην χειμωνιάτικο ήλιο!
Δυο μεγάλες κοιλάδες χρειάσθηκε να περπατήσουμε για να φτάσουμε σχεδόν απόγευμα στον τελικό μας σταθμό, στον τόπο της νοεράς προσευχής, στους αγιασμένους βράχους, στην αγιοβάδιστη Σκήτη της Αγίας Τριάδος, εκεί όπου πραγματικά η άγρια φύση συμπροσεύχεται με τους ευλογημένους ερημίτες, και κηρύσσουν μαζί μέρα και νύχτα την ωδή του Αγαπητού.
Προσκυνήσαμε αμέσως στο Κυριακό, στην Αγία Τριάδα, όπου ο Δικαίος π. Πολύκαρπος, μας δέχθηκε με ευγένεια και μας διευκόλυνε πολύ στο να προσκυνήσουμε τα Ιερά Λείψανα, παρότι η ώρα είχε παρέλθει.
Κατεβήκαμε στη συνέχεια στο κελλί των Ιωασαφαίων, των ξακουστών αγιογράφων, που τελούσαν μάλιστα τα μεθέορτα της πανηγύρεώς τους για την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Γεωργίου, όπου ο καλωσυνάτος, ευγενέστατος και φιλόξενος π. Νεόφυτος, ο και ανακαινιστής του ιερού κελλιού του Ιωακείμ του Γ΄ μας υποδέχθηκε με την αγάπη και την στοργή του πραγματικού αγιορείτου και μας άνοιξε το σπίτι του και την καρδιά του για να καταλήξουμε εν τω μέσω της νυκτός στον πολυσέβαστο Γέροντα της καλύβης του Αγίου Ακακίου, του Καυσοκαλυβίτου Οσιολογιώτατο Μοναχό, π. Πατάπιο, τον Καυσοκαλυβίτη, όπου και θα διανυκτερεύαμε. Γλυκύς, σεμνός, χαριτωμένος και ευλογημένος από τον Θεό, ο Γέροντας της καλύβης, π. Πατάπιος μας περίμενε στην πόρτα, και μας  καλωσόρισε γεμάτος αγάπη, όπως τότε, την πρώτη φορά που τον επισκεφθήκαμε πριν από είκοσι χρόνια με τον Σεβασμιώτατο Γέροντά μας.
Όποιος και να επισκεφθεί τον Άγιο Ακάκιο, αισθάνεται αμέσως οικείος, γνώριμος με το περιβάλλον, εξ αιτίας της μεγάλης ευλογίας που αποκομίζει προσκυνώντας το ιερό λείψανό του, αλλά και λόγω του ζεστού χαρακτήρος του π. Παταπίου, ο οποίος  μας παρείχε πλουσίαν την αγιορείτικη φιλοξενία, και μας προβλημάτισε με το βαθύ θεολογικό του λόγο και τις υποθήκες του, που βγαίνουν πάντα μέσα απ’  την ασκητική καυσοκαλυβίτικη και πολύ ανθρώπινη καρδιά του.
Ο π. Πατάπιος αγάπησε πραγματικά τον ερημητικό αγιορείτικο μοναχισμό, τον ασκητικό τρόπο ζωής, την ερημική πολιτεία του ουρανογείτονα Άθωνα με όλες τις δυσκολίες του, χωρίς όμως να ξεχνά και ότι εμείς  στον κόσμο διψούμε και μάλιστα ιδιαίτερα στις μέρες μας, για τον αληθινό πατερικό λόγο του Αγίου Όρους, γι’ αυτό και δεν διστάζει παρά την κόπωσή του να διδάσκει και να ομιλεί είτε στους προσκυνητές, είτε σε διαλέξεις, είτε στον Ραδιοφωνικό Σταθμό της Εκκλησίας, προκειμένου να μεταφέρει το μήνυμα του Αγίου Όρους στον σύγχρονο κόσμο, να τον στηρίξει και να τον ενδυναμώσει και να πει στον καθένα μας ότι αξίζει κανείς να θυσιάζει λίγα για να κερδίσει το σπουδαιότερο, την αιώνια και ατελεύτητο ζωή της Βασιλείας των Ουρανών.
Αξιωθήκαμε να λειτουργήσουμε την επόμενη ημέρα κοντά του, στο κατανυκτικό Παρεκκλήσιο της καλύβης του, πάνω από το σπήλαιο του Αγίου Ακακίου και η ευλογία ήταν τόσο μεγάλη, που ρίγη συγκινήσεως μας διακατείχαν καθ’ όλη τη Θεία Λειτουργία και μια δυνατή ευωδία σκορπιζόταν γύρω μας εξ αιτίας του ευωδιάζοντος Ιερού Λειψάνου του Αγίου Ακακίου
 Πραγματικά ανεξίτηλο θα μείνει στη μνήμη μας αυτό το σύντομο πέρασμα από τον Άγιο Ακάκιο γιατί αφ’  ενός μια βραδυά στα Καυσοκαλύβια αξίζει όσο τίποτε άλλο και αφ’  ετέρου είναι πολύ ωφέλιμο για την ψυχή σου να βλέπεις ανθρώπους του Θεού, που προέρχονται όμως από τούτο τον κόσμο να αγγίζουν την αιωνιότητα.
Έμπλεοι μυστικής χαράς για το προσκύνημά μας αυτό, κατεβήκαμε στον Αρσανά της Σκήτης και κατευθυνθήκαμε δια θαλάσσης αυτή τη φορά προς την Ιερά Μονή Σιμωνόπετρας, όπου και εκεί ζήσαμε ανεπανάληπτες στιγμές απείρου λειτουργικού μεγαλείου κοντά στους αγίους πατέρες που εόρταζαν την μνήμη του Αγίου Παύλου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, του Ομολογητού, του οποίου την Αγία Κάρα φυλάσσουν ως ανεκτίμητο θησαυρό στο Μοναστήρι τους.
Ο Άγιος Καθηγούμενος π. Ελισσαίος, μας ευλόγησε, μας δίδαξε με τον θεόπνευστο λόγο του και στήριξε όλους μας και ιδιαίτερα τους νέους επιστήμονες  της συντροφιάς, λέγοντας χαρακτηριστικά πως τώρα ήλθε η ώρα να αποδείξουμε έμπρακτα την αγάπη μας στον Χριστό, θυσιάζοντας τον άνετο τρόπο ζωής, τον οποίο είχαμε μάθει να ζούμε σκεπτόμενοι και τους συνανθρώπους μας και ακόμη, τόνισε πως η λύση στα πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας θα έλθει μόνο εάν αλλάξει ο καθένας τον εαυτό του και αποφασίσει να μετανοήσει για τα πταίσματά του διορθώνοντας τα λάθη του και βελτιώνοντας την πνευματική του ζωή. 




806 - Όσιος Δαμιανός ο Εσφιγμενίτης (+1280)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 23 Φεβρουαρίου


Μεταξύ των Οσίων, οι οποίοι ασκήθηκαν και αγίασαν στην Ιερά Μονή Εσφιγμένου και στο απέναντι βουνό της Σαμαρείας, εξέχουσα θέση κατέχει και ο μυροβλύτης Άγιος Δαμιανός. Υπήρξε σύγχρονος και φίλος του Οσίου Κοσμά του Ζωγραφίτου, που άκουσε από τη Θεοτόκο ότι πρέπει να φυλαχθούν από τους εχθρούς Αυτής και του Υιού Της, τους Λατίνους και τους λατινόφρονες.
Ο Όσιος Δαμιανός πόθησε εξ απαλών ονύχων το χρηστό ζυγό του Κυρίου, ήλθε στο Άγιον Όρος και κατοίκησε στη Μονή του Εσφιγμένου. Υποτάχθηκε στον ηγούμενο και την αδελφότητα με όλην του την ψυχή. Με τόση προθυμία, ζήλο και ευλάβεια διήνυε το στάδιο της μοναχικής ζωής, ώστε σε λίγο καιρό ξεπέρασε όλους τους Μοναχούς στην αρετή. Όλοι τον θαύμαζαν και προσέβλεπαν σε αυτόν ως πρότυπο μοναδικής πολιτείας και υπόδειγμα διαγωγής.
Φλεγόμενος όμως από θείο έρωτα και ποθώντας να συνομιλεί με τον Θεό αδιαλείπτως, παρακαλούσε τον ηγούμενο να του επιτρέψει να κατοικήσει μόνος του. Έλαβε την ευλογία από τον ηγούμενο και κατοίκησε στο βουνό της Σαμαρείας. Πρώτη του φροντίδα ήταν να βρεί έμπειρο πνευματικό πατέρα και διδάσκαλο γιά να διδαχθεί την τέχνη των τεχνών και επιστήμη των επιστημών, την μοναδική πολιτεία. Όταν με την βοήθεια του Θεού βρήκε πνευματικό, υποτάχθηκε σε αυτόν όπως στο Χριστό και εμπιστεύθηκε σ' αυτόν τη φροντίδα και της ψυχής και του σώματός του. Διδασκόταν απ' αυτόν πώς να αντιτάσσεται στις προσβολές των δαιμόνων και τις ποικίλες παγίδες του διαβόλου, έγινε δοκιμότατος μοναχός και έφθασε σε θείο έρωτα, ώστε να μην αισθάνεται τους κόπους, διότι ο θείος έρωτας δίνει φτερά στην ψυχή και όχι μόνο τους κόπους δεν λογαριάζει κανείς, αλλά και δάκρυα πολλά φέρνει στην ενθύμηση του αγαπωμένου γλυκυτάτου Ιησού Χριστού. Επειδή λοιπόν είχε ο άγιος το θείο έρωτα, ουδέποτε στερήθηκε τα δάκρυα.
Ποιός να διηγηθεί τις αρετές και τους αγώνες του Οσίου, την ολονύκτια στάση, τα συνεχή δάκρυα, τη σκληραγωγία του σώματος, την ανεξάλειπτη μνήμη του θανάτου, την προς τον Θεό και τον πλησίον αγάπη, την αδιάλειπτη από καρδίας ευχή, την οποία είχε έργον ακατάπαυστο από τη νεότητα μέχρι το τέλος της ζωής του; Γι' αυτά τον αγάπησε ο Θεός και σκήνωσε σ' αυτόν η χάρις της Αγίας Τριάδος.
Από το εξής θαύμα καταλαβαίνει κανείς σε ποιό μέτρο έφθασε: Μία ημέρα πήγε ο Όσιος στο φίλο του Όσιο Κοσμά τον Ζωγραφίτη, αλλά δεν τον βρήκε και τον περίμενε έως ότου νύχτωσε. Όταν ήλθε ο Όσιος Κοσμάς, αφού συνομίλησαν, θέλησε ν' αναχωρήσει, εν τω μεταξύ όμως σκοτείνιασε και άρχισε να βρέχει. Ο φίλος του τον εμπόδιζε ν'αναχωρήσει, αλλ' επειδή ο ευλογημένος είχε εντολή από τον Γέροντά του να μη κοιμάται ποτέ εκτός του κελλιού του, πήρε το δρόμο της επιστροφής. Ήταν όμως τόσο το σκοτάδι και ραγδαία η βροχή, ώστε δεν γνώριζε πού βρίσκεται και πού πηγαίνει. Μη γνωρίζοντας τι να κάνει, προσευχήθηκε προς τον Θεό λέγοντας «Κύριε, σώσε με, χάνομαι ». Και αμέσως, ω του θαύματος! βρέθηκε μπροστά στο κελλίο του. Όταν ήλθε ο καιρός να απέλθει προς τον Κύριο, θέλοντας ο Θεός να τον δοξάσει και μετά την κοίμησή του, ευδόκησε να αναδίδει ο τάφος του τόση πολλή και άρρητη ευωδία γιά σαράντα μέρες, ώστε να την αισθάνονται οι πατέρες, οι οποίοι βρίσκονταν στο Μοναστήρι σε απόσταση ενός μιλίου και περισσότερο. Ο Όσιος Δαμιανός κοιμήθηκε το 1280 και η μνήμη του τελείται στις 23 Φεβρουαρίου.