Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

719 - Προσκύνημα στη Νέα Σκήτη



του Μητροπολίτη Προικοννήσου Ιωσήφ

Από τη Διονυσίου στη Νέα Σκήτη του Αγίου Παύλου με το ταχύπλοο του μεσημεριού. Ο καπετάνιος πρόσφυγας από την Προποντίδα, ο ναύλος κέρασμα σεβασμού. Οι ναυβάτες λίγοι. Μαζί μας ο παπα-Βενέδικτος ο πνευματικός, δόκιμος πατερικός συγγραφέας, προς επίσκεψιν του οποίου και ξεκινήσαμε. Χαρές, συγκινήσεις, νοσταλγικές αναμνήσεις κοινων ιερών βιωμάτων! ... Στον αρσανά της Σκήτης οι αλβανοί ημιονηγοί είν΄ έτοιμοι. Ένα «κριθαροκίνητο της Παναγίας» (κατά παπα-Γρηγόριο Γρηγοριάτη τον Πόντιο) προορίζεται να παραλάβει τον Δεσπότη. Είναι η πρώτη φορά που ιππεύω (ή μήπως ημιονεύω;). Παιδί της πόλεως. Άσφαλτος και τσιμέντο. Στη Σητεία έχει πολλές δεκαετίες ν' ακουσθή ογκανισμός ή χλιμίντρισμα (τετραπόδων!). Βουτυροπαιδικές καταστάσεις! ... Πλησιάζω το ...θύμα μου, το ευλογώ, του γλυκομιλώ, το καλοπιάνω. Με ανέχεται στη ράχη του υπό τις θυμήρεις επιφωνήσεις των συμπροσκυνητών και καμαρώνω σαν μαθητευόμενος καουμπόϋ της άγριας Δύσης. Φωτογραφίες του γενναίου ζώου με τον βαρυκόκκαλο αναβάτη, που λέει την «ευχή» και κρατιέται γερά απ' το σαμάρι διά παν ενδεχόμενον. Ο σατανάς ενθυμίζει ευτράπελες ιστορίες, τη μια με δύο άσπονδους φίλους, παλιούς καθηγητές του Αριστοτελείου, που όταν ο ένας είδε τον άλλο ιππεύοντα σ' έναν γάϊδαρο διατύπωσε ριζοσπαστική θεωρία περί των καταχρηστικών κλασμάτων με πρόχειρο παράδειγμα το ενώπιόν του θέαμα, την αλλη μ' έναν Δεσπότη στην παλιά Λευκάδα, που όταν επέβη στο ήσυχο ως τότε μουλάρι ενός παπα, εκείνο «εμουλάρωσε», τινάζονταν, κλωτσούσε, εφώναζε, ώσπου τον γκρέμισε ελεεινά, κι ο δύστυχος παπάς μέσα στη σαστιμάρα και τον τρόμο του μοιρολογιότανε: «Ίσαμε χθες ήσουνα ήμερο και ποτέ δε με στεναχώρεσες. Σήμερα τί στην οργή έπαθες; Ποιός σε καβάλησε;» Και δόστου πόλεμο κατά των τοιούτων λογισμών με την «ευχή», και παρακάλια μη μου συμβη διά τας άμαρτίας μου κανένα «ίππον και αναβάτην έρριψεν εις θάλασσαν». Μ' αυτά και μ' αυτά, μπροστά ο παπα-Βενέδικτος πεζός, πίσω ο αλβανός βορδονάρης να κρατα το χαλινάρι, πιό πίσω το μουλάρι με τον γράφοντα, σε απόσταση ψηλότερα ο Χρόνης να φωτογραφίζει με το κινητό του το θέαμα, και ξοπίσω οι υπόλοιποι συνέκδημοι ενθαρρύνοντας μιά το ζώο μιά τον αναβάτη και σχολιάζοντας την ομορφιά του νεοσκητιώτικου τοπίου, την ανεβήκαμε την τετρακοσιοβάθμια κλίμακα ως την Καλύβα του Αγίου Σπυρίδωνος, όπου και ο προορισμός μας.
Πού είσαι άγιε πνευματικέ παπα-Σπυρίδων να μας καλωσορίσεις, να μας διδάξεις με τα ωραία σου αιτωλοακαρνάνικα, απλά κι εποπτικά, τα μυστικά της κατά Θεόν ζωής;
Πού είσαι, «Κατσαβίδι γιά όλες τις βίδες», να στρίψεις λίγο και να σιγουρέψεις μαστορικά και τη δική μας βίδα στον άγαθό λογισμό της μετανοίας;
Πού είσαι παπα-Ξένε, να μας χαρίσεις άλλο ένα μάθημα χριστιανικής φιλοξενίας ανοιχτόκαρδης; Θα μου πεις:
Και τα καλογέρια μου τί κάνουν;
Μιά χαρά τα κάνουν, Γέροντα, όπως και όταν ζούσες κοντά τους. Με την ίδια στοργή κι αγάπη! Αλλά μας λείπεις εσύ! Με την πατριαρχική μορφή και γενειάδα σου, με το αττικό αλάτι του λόγου σου, με τη γλυκειά αυστηρότητα του βλέμματός σου, με το ρουμελιώτικο βάρος των βημάτων σου. Ξέρουμε βέβαια πώς είσαι εν πνεύματι πάντοτε παρών, εμπνέων, στηρίζων, ευλογών, κι αυτό μας παρηγορεί.
Φιλάμε τη φωτογραφία σου, νάχουμε την ευχή σου ...
Εσπερινός σκητιώτικος, απλός, χωρίς τις μοναστηριακές μεγαλοπρέπειες και με κάποια ευλυγισία στο τυπικό. Όμως πιο «οικογενειακός». Κατόπιν στην πίσω απλωταριά ακούς τους σπίνους, τα χελιδόνια, τα κοτσύφια και τις καρδερίνες να ψάλλουν τα αρχαία τους «Ανοιξαντάρια», καθώς ο ήλιος, μπρούτζινος πολυέλαιος, φωτίζει μελίχρωμα, ολόγλυκα, τις σεβάσμιες Καλύβες πού απαρτίζουν το ιδιόρρυθμο αυτό χωριό, από τα χαμηλά του πρανούς κάτω στη θάλασσα, με τον Άη Δημήτρη του γερο-Τρύφωνα του λιβανοποιού και νοσοκόμου της Σκήτης και περιβόητου οψοποιού των πανηγύρεων, ίσαμε τα ψηλότερα με τους Αγίους Αναργύρους του γερο-Δημόκλητου του ιατρού, και νυν της συνοδείας του γερο-Δαμασκηνού του ηδύμολπου πρωτοψάλτη.
Θέαμα εξαίσιο!
Απ' εδώ το ιερό Κυριακό του Γενεσίου της Θεοτόκου με το κομψό Κωδονοστάσιό του πού φέρει την επιγραφή: «Κτητόρισσα η Παναγία», με τα κυπαρίσσιά του και το Αρχονταρίκι.
Απ' εκεί ο μεγαλόπρεπος Πύργος με τις «ζεματίστρες» του και το παρεκκλήσι της Αγίας Άννας, της Γιαγιάς μας. Στη μέση η πριγκηποπούλα των Αβραμαίων, ο Απόστολος Ανδρέας με τον υπέροχο τρούλλο. Πιό κάτω η ανάλογης κομψότητας και ομορφιάς Κοίμησις της Θεοτόκου των Παπακυριλλαίων με όμορφο επίσης τρούλλο. Πιο 'κεί ο καλοσυγυρισμένος Άη Γιώργης του παπα-Νικόδημου. Παρέκει οι ιστορικοί Άγιοι Ανάργυροι του Σπετσιέρη και από πάνω ο Πρόδρομος του γερο-Ευσέβιου, του «Τσιάρλυ» (ήγουν Κυπρίου της Αγγλίας!), πού είναι υπόδειγμα φιλεργίας. Απ' εδώ ο Άγιος Χαράλαμπος όπου εμόνασε ο Άγιος Ιλαρίων ο Ίβηρ. Από πίσω ο Εύαγγελισμός του Οσίου' Ιωσήφ του Σπηλαιώτη και του παπα-Ελπίδιου του Κυπρίου, αδελφού του Ιερομάρτυρος Φιλουμένου. Πάνω από εμάς η Ζωοδόχος Πηγή του σεμνού γερο-Χερουβείμ πού είναι ο Δικαίος για φέτος. Τέρμα κάτω, στα βράχια της θάλασσας το λεγόμενο «Θυννί», πυργίσκος παρατηρήσεως των κινήσεων των «μαγιάτικων», ώστε να ειδοποιούνται έγκαιρα οι πατέρες να σπεύσουν προς άγραν των ιχθύων ... Από κάποια Καλύβη ακούμε τον Εσπερινό. Κάθε Καλύβη έχει δικό της ωράριο Ακολουθιών κι έτσι άλλοι προηγούνται κι άλλοι έπονται. Και παντού, παντού, παντού πράσινο ολόχλωρο σ' όλες του τις αποχρώσεις, ενώ ο κατακάθαρος κι ολόστεγνος από κάθε υποψία υγρασίας ουρανός (η Νέα Σκήτη έχει το καλλίτερο κλίμα του Αγίου Όρους!) ολοκληρώνει αριστουργηματικά τον πίνακα πού ο γενεσιάρχης του κάλλους Θεός με τη συνεργασία των μελανόσχημων περιβολάρηδων της Παναγίας Μητέρας Του έχει τεχνουργήσει. Κι ο παπα-Βενέδικτος, με τη σοφία των εξήντα χρόνων της ζωης και των κοντά σαράντα της καλογερικής του, γλυκύς, πράος, ειρηνικός και βλογημένος, σε τρατάρει «λόγον αγαθόν και πάνυ ωφέλιμον», κάνοντας την καρδιά σου να επιδίδεται σε άτέλειωτες κυβισθήσεις και τα μάτια σου να υγραίνωνται. Βαβαί της ευτυχίας μου και της χαράς μου! ...
Η τετρακτύς των Σπαταναίων φίλων συμπροσκυνητών συν τω Πολυχρονίω υιώ μου κατεβαίνουν για προσκύνημα στο Κυριακό. Καθυστερούν να επιστρέψουν. Από ακριτομύθειες του μικρού πληροφορούμαι την αιτία.
Στο Αρχονταρίκι βρήκαν στίβα άπλυτα φλιτζάνια του καφέ και νεροπότηρα. Η ζηλεμένη φιλοτιμία του Νεκτάριου δεν του έπέτρεψε να τα παραθεωρήσει. Στο πι και φι τα έπλυνε, τα συγύρισε, σκούπισε τα τραπέζια, έβαλε τα πάντα σε τάξη. Πήγε και στο Κυριακό κι άναψε τα καντήλια κ' ύστερα επέστρεψαν στη φιλοξενούσα ιερά Καλύβη.
Ο μοναχός Κοσμάς είχ' ετοιμάσει δείπνο οψαρίου πανηγυρικό. Ξιφίας τετηγανισμένος, σαλάτες, άσπρο τυρί Γιαννιτσιώτικο -ευλογία της αδελφής του Γέροντα, πίτες ωραίες αγρινιώτικες και ρεβανές, κανίσκια μιας σεβάσμιας ομάδας προσκυνητών αρχαίων πνευματικοπαιδιών του μακαρίτη Γέροντα Σπυρίδωνος. Όλα σπουδαία και ο Δεσπότης κατά χρέος επαινεί τον φιλότιμο οψοποιό μοναχό και τις μαγγανείες της στοργής του. Το Απόδειπνο στο Ναό ευθύς μετά, σύντομο. Οι Χαιρετισμοί εν τοις κελλίοις. Ησυχία. Τη διακόπτουν κάπου κάπου τα τσακάλια πού γυρεύουν το φαγί τους από τον Δημιουργό.
Το πρωί σύντομος Όρθρος και Θεία Λειτουργία αρχιερατική. Στο νου, στη σκέψη, στο κέντρο της προσευχής, δύο πάσχοντες Μιχάληδες. Ένας στη Μεσευρώπη, σεβαστός και πολυφίλητος, μεγάλος για την Εκκλησία, κι ένας στο ΚΑΤ, νέος, μικροπατέρας, πολυαγαπημένος, σακατεμένος από έναν κρονόληρο ογδονταέξ χειμώνων, πού επικίνδυνα νεανιευόμενος είχε καβαλικέψει μιά μοτοσυκλέτα κι ...όποιον πάρει ο Χάρος!
Δώσε, Κύριε, και στους δυο ως τάχιστα τη χάρη της υγείας! ...
Ο Δεσπότης, ο Γέροντας, ο παπα-Νικόδημος κι ο διακο-Θεοδόσιος στο Θυσιαστήριο. Λείπει ο παπα-Σπυρίδων, ο δεύτερος παπάς της Συνοδείας. Έχει πάει στον κόσμο για εκκλησιαστική αποστολή. Καλός πνευματικός, γλυκύς, ειρηνικός, χαμογελαστός. Καθώς είναι λίγο χοντρούλης κι έχει ασπρίσει, η πιτσιρικαρία του Λονδίνου προ καιρού, δταν είχε πάει εκεί για εξομολόγηση, άρχισε να φωνάζει μ' ενθουσιασμό: -Father Christmas! Father Christmas!! Κι εκείνος χαμογελούσε μακάριος στην καλωσύνη του!
Η ατμόσφαιρα είναι απέριττα υποβλητική. Όλα σεμνά και ταπεινά (χωρίς καραμανλήδικες κενοστομίες της πλάκας).
Οι στολές όλων σκητιώτικης απλότητος, χωρίς μίτρες αυτοκρατορικής μεγαλειότητος.
Όλοι φορούν το πρέπον τοις ερημικοίς ταπεινό κουκούλιο. Στο ψαλτήρι ο παπα-Αβράμιος με τη σπασμένη αλλά κατανυκτικώτατη φωνή του και το σεβάσμιο και ιεροπρεπές ύφος του. Αναγνώστης ο Πολυχρόνης μας.
Η περουζένια μπλούζα του είναι χαριτωμένη ανορθογραφία μέσα στο μαύρο των ράσων.
Σοβαρός, γλυκύς, με καλή αρθρωση. Σέ λίγο καταφθάνει το αηδόνι της Σκήτης ο πάτερ-Δαμασκηνός, νέος στην ηλικία και πολιός στη γνώση και στην τέχνη της πατροπαραδότου βυζαντινής μας μουσικης στην αγιορείτικη έκφανσή της. Πάει να προχωρήσει στ' αριστερά, μα ο παπα-Αβράμιος μόλις τον αντιλαμβάνεται, με μιά κίνηση πνευματικής αρχοντιάς, κατεβαίνει πάραυτα απ' το δεξί στασίδι και τον καλεί να αναλάβει εκείνος τα πρωτεία. Εκείνος δέχεται και, με τον παπα-Αβράμιο στα δεξιά του και στ' αριστερά του έναν καλλοφωνάρη ρασοφόρο ιεροσπουδαστή της Αθωνιάδος, αγέλαστο, με μια πρωτόγονη αρρενωπότητα απλωμένη στην αξούριστη μορφή του, αρχίζει τα αντίφωνα της Αναλήψεως.
Οι προσκυνητές, όπως άλλωστε κ' οι Άγγελοι άνωθεν, επηκροώντο μετ' ευλαβείας και προσοχής, μην τους ξεφύγει μια λέξη, μια νότα, ένα μελιηδές «γύρισμα».
Ο σεμνός διακο-Θεοδόσιος, καλογέρι του πρωτοψάλτη, πακέτο! Κάνει κι ο Δεσπότης ό,τι μπορεί, κι ο χαρμολυπικός πλάγιος του δευτέρου ντύνει τη Λειτουργία μ' ένδυμα κατανύξεως υπέροχο.
Ο παπα-Βενέδικτος κι ο παπα-Νικόδημος, ως άγγελοι ένθεν και ένθεν της αγίας τραπέζης, συλλειτουργούν προσευχόμενοι ειρηνικά, κάτω νεύοντες, ταπεινοί, ευσχήμονες, κι εγώ τους κρυφοκαμαρώνω. Μού έρχεται στο νού ο ύμνος: «Δύο αγγέλους βλέψασα ένδοθεν του μνημείου ...». Άϊντε παπάδες να δήτε πως λειτουργούν εδώ! Άϊντε να δήτε πως κερδίζονται «τη ταπεινώσει τα υψηλά, τη πτωχεία τα πλούσια»!
Στο τέλος της Λειτουργίας τελείται Κτητορικό Μνημόσυνο. Η μορφή του Γέροντα παπα-Σπυρίδωνος κυριαρχεί νοερά. Ο παπα-Βενέδικτος λέει και ξαναλέει: Πανήγυρη είχαμε σήμερα! Δόξα τω Θεώ! Ακολουθεί πρόγευμα για όλους με ιερή συζήτηση για παλαιούς πατέρες της Σκήτης και για σημερινούς αγωνιστές. Ένας μου μιλάει γιά έναν γέροντα της Ξενοφωντινής Σκήτης, Προικοννησιώτη, σωστό ταμείο γνώσεων για τη μαρτυρική επαρχία μου. Οι μαίες, λέει, στο Μαρμαρονήσι, όταν γεννιόταν αγόρι του εύχονταν: «Άϊντε με το καλό και Προϊστάμενος στο Βατοπέδι»! Τέτοιοι ήταν οι δεσμοί των Προικοννησιωτών με το μεγάλο αγιορείτικο βασιλομονάστηρο! Η γάτα της Καλύβης, ράτσας Ταϋλάνδης, πανέμορφη στο σοκολατί και μπεζ χρώμα της, μας κάνει σωστή παράσταση παιγνιδιάζοντας, μαϊμουδίζοντας, αιωρούμενη. Εύχομαι νάναι έτσι «σπίρτο» και στά αντιοφικά και αντιμυϊκά καθήκοντά της ...; Αναχωρώντας, ο Γέροντας εφαρμόζει το «σπουδαίως πρόπεμψον» του Αποστόλου των Εθνών, εφοδιάζοντάς μας όχι μόνο με ωραίες εκδόσεις της Καλύβης, πραγματικά πολύτιμες, αλλά και με τα αναγκαία της πορείας όψα, μη μας λείψει τίποτε! Θυμάμαι κάποιον παληό ιεροκήρυκα της επαρχίας, που πριν φύγει από το χωριό έλεγε στην παπαδιά: «Ξεύρεις πρεσβυτέρα τι σημαίνει αυτό το «σπουδαίως πρόπεμψον» που λέει ο Απόστολος Παύλος: Όταν θα φεύγει ο ιεροκήρυξ να του ετοιμάσεις έναν τορβάν με μέλι, με έναν κόκορον, με παξιμάδια και ό,τι άλλο νομίζεις!».
Γελώ επί τη ενθυμήσει και λέω: Θεός σχωρέσει τον!
Καθώς κατεβαίνω τα ατέλειωτα σκαλοπάτια, πεζός πλέον, βλέπω τα προϊόντα της εσωτερικής καύσεως των «κριθαροκινήτων» να πλημμυρίζουν τα σκαλούνια. Κανείς δεν τα μαζεύει, παρά το ότι η καβαλίνα είναι άριστο βιολογικό λίπασμα.
Θυμάμαι το Ιακωβάκι, «διά Χριστόν σαλός» πιστεύω ήταν, ανέστιος, ξυπόλυτος, αμίλητος, με το ρυπαρό ρακώδες και χιλιομπαλωμένο τσουβαλοζωστικό του μιάμιση σπιθαμή πάνω από τους αστραγάλους, να σκουπίζει με μιά χονδροσαρώστρα τα σκαλοπάτια, μαζεύοντας στην άκρη τις πολύτιμες ακαθαρσίες. Έφυγε το Ιακωβάκι, έφυγε η θύμηση της σαλότητος, έφυγε η εικόνα της άκρας πτωχείας, έμειναν οι καβαλίνες. (Και υπάρχουν πολλοί πού, με το συμπάθειο, δυσκολεύονται να τις διακρίνουν από τα νεφρά, με ευδιάκριτους κινδύνους!)
Ο π. Βενέδικτος μας συνοδεύει αρχοντικά ως κάτω στο λιμάνι. Φιλοξενία ως το τέλος με Φ κεφαλαίο! ...
Νάρχεστε τακτικά! Όποτε έρχεστε στο Όρος σας περιμένουμε! ...
Αξιωθείημεν, δι' ευχών σας, Γέροντα!

πηγή: Περιοδικό «Πειραίκή Εκκλησία»,
Μηνιαία Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς

718 - Αυστηρά διαταγή απαγορεύουσα τη χρήση ραδιοφώνων




ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

Επειδή παρετηρήθη κατάχρησις εκ μέρους ωρισμένων λαϊκών διαμενόντων εν Καρυαίς  και Δάφνη, της ανεκτικότητος των Αγιορειτικών Αρχών επί της λειτουργίας των ραδιοφώνων αυτών, η Ιερά ημών Μονή αφού ανέφερε το γεγονός δι' εγγράφου αυτής προς την Ιεράν Κοινότητα Αγίου Όρους, εζήτησεν ίνα αύτη εν τη αρμοδιότητι αυτής απαγορεύση την λειτουργίαν των ραδιοφώνων εν τω ιερώ ημών Τόπω, δεδομένου ότι η απόφασις του 1948 προέβλεπε την αγοράν ενός υπό της Ι.Κ. λόγω της τότε καταστάσεως, το οποίον θα ηδύναντο άπαντες, εις ωρισμένας όμως ώρας, να παρακολουθούν.
Δυστυχώς τ' αποτελέσματα έκτοτε ήσαν αντίθετα διότι μετά την παρέλευσιν των πρώτων ετών, εσημειώθη αθρόα εισαγωγή ραδιοφώνων και εν ταυτώ να καταπατηθή, υπό των εις τα δύο ως άνω κέντρα, ο οφειλόμενος σεβασμός προς τον Τόπον, όστις είναι τόπος ησυχίας και ψυχικής ανατάσεως και ουχί τόπος αναψυχής και διασκεδάσεων.
Η αυτή ημετέρα Μονή δι' εγκυκλίου εγγράφου αυτής, προς τα υπ' αυτήν εξαρτήματα, απεύθυνε αυστηράν διαταγήν απαγορεύουσα εις αυτά και το τεχνικόν αυτής προσωπικόν την χρήσιν ραδιοφώνων, εις ολόκληρον την περιφέρειαν αυτής.  



 




ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΝ ΔΙΜΗΝΙΑΙΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΝ
«ΑΓΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ» Ο ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΙΤΗΣ
ΤΕΥΧΟΣ 56, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ-
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1956






717 - Καυσοκαλύβια. 112 φωτογραφίες!


Οι φωτογραφίες δημοσιεύονται στο Ρουμανικό blog για το Άγιο Όρος:

το οποίο βρήκα μέσω του

716 - Περί των αφωρισμένων της Λαύρας ολίγα (ΙΙ)



(συνέχεια από 699)
.........Με πολλή προσοχή και διακριτικότητα με κράτησε ο Γέρο Θεόφιλος στο Καθολικό μετά την απόλυση ενός εσπερινού, του όποιου είχε προηγηθη σχετική συζήτησις μαζί του, και κατέληξε με την απειλητική αναφορά του στους «αφωρισμένους». Και στρέφοντας την σεβάσμια κεφαλή του δεξιά και αριστερά, μη και τον ακούσει άλλος, με δέος άπλωσε το χέρι του και μου έδειχνε προς τούς τοίχους, τις αψίδες και τούς τρούλους, επεξηγώντας κατηχητικά:
.........- Βλέπεις το σκοτείνιασμα και το μαύρισμα των αγίων; Αυτό έγινε στο συλλείτουργο εκείνο με τους παπικούς. Έδειξε ό Θεός, πέρα απ' τα άλλα πού συζητήσαμε, και τούτο το σημείο αμέσως, για να παραδειγματίση τούς παραβάτες και να συνέτιση τούς μετέπειτα, να μη ξανακάνουν τα ίδια. Προσοχή, παιδί μου, γιατί δεν τα θέλει ό Θεός τα συλλείτουργα, τις συμπροσευχές και τα συνμνημόσυνα με τούς αιρετικούς.
.........- Γέροντα, όλοι γνωρίζουμε ότι δεν τα θέλει όλα αυτά ό Θεός και ότι οι Ιεροί κανόνες ούτε την απλή συμπροσευχή επιτρέπουν με αιρετικό στον κληρικό ή και στον απλό πιστό. Αλλά τί είναι αυτά πού μου λες για το μαύρισμα των τοιχογραφιών; Δεν βλέπεις τί γίνεται στις μεγάλες γιορτές, πού όλοι οι πολυέλεοι, τα πολυκάνδηλα, τα μανάλια, τα δρακόντια είναι αναμμένα, και τυχαίνουν και φορές -όπως στα μνημόσυνα, στην Μεγαλοβδομάδα και το Πάσχα- πού δεν μένει κανείς πού να μη κρατεί λαμπάδα στο χέρι, και λαμπαδιάζουν όλες και πιάνεται ό λαιμός μας απ' την καύτρα και σαν αρχίσουν οι εκκλησιαστικοί το σβήσιμο, σχεδόν δεν μπορούμε να δούμε ό ένας τον άλλο απ' την κάπνα;
.........- Όχι, όχι, παιδί μου, μη λες τέτοια πράγματα ορθολογιστικά, γιατί αμαρτάνεις. Τότε μαύρισαν οι τοιχογραφίες.
.........Δεν άντεξα περισσότερο την αφέλεια τού Γέροντα και είπα:
.........- Γέροντα, με όλο τον σεβασμό πού τρέφω στο πρόσωπο σου, θα τολμήσω να 'πω ότι σύ αμαρτάνεις υποστηρίζοντας τέτοια πράγματα, πού τα απεχθάνεται ή αλήθεια.
.........Λυπήθηκα, βέβαια, πού αλλοιώθηκε ή μορφή του προσώπου του αμέσως, αλλά συνέχισα:
.........- Ξέρεις, Γέροντα, πότε ήρθαν στο Όρος και στην Λαύρα μας του Παλαιολόγου και του Βέκκου οι απεσταλμένοι και πότε έγιναν απ' τον Θεοφάνη μας τούτες οι τοιχογραφίες; Γύρω στα 1275 οι πρώτοι, γύρω στα 1540 τούτες. Δηλαδή διαφορά και απόστασης κάτι παραπάνω από διακόσια εξήντα χρόνια έτσι για να τα υπολογίσουμε πολύ πρόχειρα και χονδρικά χονδρικά.
.........Τα έχασε ό παππούλης και έδειξε πολύ στενοχωρημένος. Βημάτισε προς τα στασίδια του χορού και κάθισε σε ένα.
.........- Να με συγχώρεσης, Γέροντα, πού σε στενοχώρησα, αλλά είναι ανάξιο της πολυχρονίου θητείας σου στην Λαύρα έτσι αβασάνιστα να υποστηρίζεις, και με επιμονή μάλιστα, ανακρίβειες και παραλογισμούς, νομίζοντας, καλοπροαίρετα οπωσδήποτε, πώς προσφέρεις υπηρεσία στην Εκκλησία και στην πίστη μας, αναμένοντας μάλιστα, αφελώς και μακαρίως, και μισθό απ' το Θεό γι' αυτό σου το φρόνημα και το έργο.
.........- Εσύ να με συγχώρεσης, παιδί μου αλλά πονώ τώρα, γιατί δεν ξέρω πώς μπορούν να με συγχωρέσουν οι χιλιάδες ίσως προσκυνητών πού πέρασαν απόλυση 'δώ και πού θα έτυχε εγώ να τούς ξεναγήσω, κατά τα τόσα μου χρόνια στην Λαύρα.
.........Εξακολουθούσα να κοιτάζω προς τα σπήλαια και προσπαθούσα να διακρίνω τρύπες και σημεία πού θα ήταν δυνατόν να χώσω τα πόδια μου, και σχισμάδες ή έξοχές απ' τις όποιες θα μπορούσα να κρατηθώ σε προσπάθεια ν' ανέβω έως εκεί επάνω. Δεν τόλμησα καν να αποπειραθώ, γιατί ήταν μεγάλα, λεία και γλιστερά τα μεσοδιαστήματα, και τόσο τρελός δεν ήμουν. Με σκανδάλιζε ωστόσο και με προβλημάτιζε ένα είδος ξερολιθιάς στο αριστερό μέρος του ανοίγματος του ενός, πού σαν να έμοιαζε πώς ανθρώπινα χέρια το είχαν κτίσει.
.........Γνώρισε πάντως και φοβερούς σεισμούς ανά τούς αιώνες ή χερσόνησος του Άθω και άπειρες κατολισθήσεις των βουνών και των απότομων ακτών της. Αν κάποιο ευκολοδιάβαστο φρύδι οδηγούσε κάποτε πλάι πλάι προς τα εκεί, τούτες οι σπηλιές θα ήταν ιδανικές κατσικομάνδρες χειμώνα-καλοκαίρι για τα κοπάδια της Λαύρας μας, πού πάντοτε και μέχρι και στις μέρες μας διατηρούσε- και γιατί όχι και κατοικίες των πάντοτε ορεσίβιων και σπηλαιοδίαιτων τραγάρηδών μας;
.........Μεγάλο πάντως, πολύ μεγάλο το εύρος του χάσματος μεταξύ των παραμυθιασμάτων των αυτοχθόνων προσφιλών μας συναγιορειτών και των εκτός Αγίου Όρους θεωριών και απόψεων, και καθηγητών Πανεπιστημίου ακόμη, όπως του Παναγιώτη Χρήστου, ό όποιος λίγο-πολύ αμφισβήτησε και αυτή την άφιξη των παποφρόνων ισχυρών στο Όρος, πού ήρθαν τότε να επιβάλουν την ένωση των Εκκλησιών ή με την πειθώ ή με την βία, με τα γνωστά οικτρά αποτελέσματα, πού αποτελούν ντροπή και στίγμα στα της καθ` ημάς Ανατολής.
Αποφεύγοντας τα άκρα, κάπου προς το κέντρο πρέπει να αναζητούμε την ουσία και την αλήθεια, πού απόλυση σκοπιμότητα και υστεροβουλία φθάνουν κάποιοι να την αμφισβητήσουν (Χρήστου ήταν απ' το Βασιλικό-Τσαραπλανά της Ηπείρου, ήτοι συγχωριανός του Πατριάρχου Άθηναγόρου και κατά μαρτυρίες και συγγενής του), οι δε του άντίποδος απόλυση προκατάληψι και ήθελημένο σχεδιασμό, γιατί έτσι τούς συμφέρει, την παραποιούν και την παραμορφώνουν τόσο, πού λες και τούς εμπνέει ό Φρανκεστάϊν ή ότι ό Χίτσκοκ συνθέτει το σενάριο και στήνει τα σκηνικά τους.
.........Τι στο καλό έπαθες αυτού και, όσο εγώ προσπαθούσα πέρα, σύ δεν σάλεψες απόλυση τον τόπο σου;
.........- Τα σπήλαια των «άφωρισμένων» παρατηρώ, πάτερ Αρτέμιε μήπως και διακρίνω τρύπες και σκαλώματα για ν' ανεβούμε και τούς δούμε απόλυση κοντά.
.........- Να έλθουν ν' άνεβούνε οι ζηλωταί, αναμφισβητήτως μπορούν, και 'γώ ύστερα θα τούς βάλω και μετάνοια είπε.
.........- Ξέρεις πόσες φορές είπα σε φίλους μου ζηλωτές και στον πατέρα Αθανάσιο τον Παναγιώτου, πού βγάζει την «Πλατυτέρα», σε οξύ για το θέμα διάλογο μαζί του κάποτε; Χρόνια καταγίνεσαι με την φωτογραφία και ποτέ δεν έλειψε ή μηχανή απ' τα χέρια σου. Αν ήμουν εγώ ζηλωτής και είχα τις ικανότητες και τον κατ' εναντίων ζήλο το δικό σου, ελικόπτερο θα ναύλωνα ή επαγγελματίες αναρριχητές και ορειβάτες θα μίσθωνα, για να διαπιστωθούν και επαληθευτούν τα πάντα ή και με σχοινιά γερά και σίγουρα θα έβαζα να με άμολήσουν απόλυση πάνω προς τα κάτω και θα τρύπωνα στο άντρο τους, για να τούς φωτογραφίσω σε όλες τους τις φάσεις και απ' όλες τις μεριές τους και με τέτοια ντοκουμέντα πλέον στην τσέπη και στα χέρια, θα κατατρόπωνα και θα κατήσχυνα τούς πάντας όχι με παραμύθια και με ισχυρισμούς κάποιων πώς τάχα ανέβηκαν και τούς είδαν, και με υποθέσεις και με ψευτοζωγραφιές. «Πω πω»! φώναξε τότε. «Πώς και δεν το έκανα, τόσα χρόνια τώρα! Τώρα πάει γέρασα, τρέμουν τα πόδια μου, δεν μπορώ». Να βάλης άλλους να το κάνουν αντείπα. Και έως ότου δεν το κάνετε, εγώ θα λέω ότι είτε έν γνώσει, ηθελημένως και σκοπίμως το αποφεύγετε, οπότε αμαρτάνετε βαρέως, είτε έξ άγνοιας και αφελείας σας ψέματα λέτε.
.........- Αμ δε θα το κάνουν. Πάντως τώρα, όπως μού τα είπες, το ίδιο θα τούς λέω και εγώ. Αν όμως κάποτε το κάνουν και άποδειχθή ότι όλα είναι αλήθεια;
.........- Τότε θα ταπεινωθούμε εμείς, πάτερ Αρτέμιε, θα τούς βάλουμε μετάνοια, θα ζητήσουμε δημοσίως συγγνώμη και θα διάγουμε έν φόβω Θεού, τοποθετούμενοι προσεκτικότερα έναντι αυτών των όντως φοβερών αληθειών και πραγμάτων.


από το βιβλίο Πόθος και Χάρις στον Άθωνα  (σελ. 161-166)

715 - Ιωακείμ Γ’, ο από Θεσσαλονίκης «Μεγαλοπρεπής» Οικουμενικός Πατριάρχης


Επιστημονικό συνέδριο στη Θεσσαλονίκη μ’ αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από την εκδημία του



Του Χάρη Ανδρεόπουλου *

Την μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα, του από Θεσσαλονίκης Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ και το έργο που προσέφερε στη διάρκεια των δύο θητειών του στον οικουμενικό θρόνο (1878 – 1884 και 1901 – 1912) προκειμένου να καταστήσει το Πατριαρχείο σημείο αναφοράς και κέντρο της ορθόδοξης οικουμένης, ανέλυσαν διακεκριμένοι επιστήμονες  στο τρίμερο συνέδριο (3 – 5 Φεβρουαρίου) που πραγματοποιήθηκε στη συμπρωτεύουσα  μ’  αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την εις Κύριον εκδημία του.
Το Συνέδριο που είχε θέμα  «Ιωακείμ Γ΄, ο Μεγαλοπρεπής. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης και η εποχή του» συνδιοργάνωσαν ο δήμος Θεσσαλονίκης και η τοπική Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών, υπό την αιγίδα της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου. Οι εργασίες του Συνεδρίου ξεκίνησαν στην αίθουσα διαλέξεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών με ομιλητή τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου της Εκκλησίας της Κρήτης και Καθηγητή Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, κ.κ. Ανδρέα Νανάκη, ο οποίος με τη μεστή ομιλία του ανέδειξε το πολυσχιδές έργο προσφοράς στη Ρωμιοσύνη και το απαράμιλλο εκκλησιαστικό φρόνημα του Ιωακείμ Γ΄,  του πατριάρχη που, όπως τονίσθηκε από τον ομιλητή «αγαπήθηκε μέχρι λατρείας από το Γένος μας». 

Ομιλία του Αρκαλοχωρίου κ.κ. Ανδρέα


Ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου κ.κ. Ανδρέας στην ομιλία του, μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Πριν εκατό χρόνια το Νοέμβριο του 1912 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ  αναχωρούσε από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο, για τον άλλο κόσμο, τον αιώνιο και παντοτινό. Ο Ιωακείμ είχε ξεκινήσει την πορεία της ζωής του από το Βαφεοχώρι, τη γενέτειρά του, με έμφυτη αγάπη κλήση και κλίση για την Εκκλησία. Τα χαρίσματά του με την ευλογία του Θεού, τον αξίωσαν να έχει δυσεύρετη και μεγάλη εκκλησιαστική προσφορά και διακονία. Υπήρξε πρόσωπο με βαθύτατο εκκλησιαστικό φρόνημα, τον διέκρινε όμως παραλληλα και διορατικότητα και ενόραση, χάρη στην οποία προσλάμβανε τα γενόμενα και τις εξελίξεις που κυοφορούσε το αύριο και το μέλλον. Έθεσε στην διακονία της Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου την ύπαρξή του, με τα πάμπολλα χαρίσματά του.
Συμπληρώνονται εφετος εκατό χρόνια από την εις Κύριον εκδημία του Ιωακείμ. Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος εξέλεξε και χειροτόνησε τριακονταετή το 1864 τον Ιωακείμ Μητροπολίτη Βάρνας . Στα ελληνόφωνα παράλια , με τη σλαβόφωνη ενδοχώρα της μητρόπολης του, ο Ιωακείμ εργάστηκε και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ειρηνική συνύπαρξη, συμπόρευση και συμβίωση των ορθόδοξων χριστιανών με τις άλλες κοινότητες μακριά από γλωσσικές η άλλες διακρίσεις. Άλλωστε το 1864 ο βουλγαρικός εθνικισμός είχε βραχύ τον βίο του, η Εξαρχία, ο ιδεολογικός πυρήνας δηλαδή του βουλγαρικού εθνικισμού, ο οποίος ξεκίνησε τη δημιουργία του κράτους, δεν είχε ακόμα ανδρωθεί και ο Ιωακείμ, όπως και σε όλη τη διάρκεια της πρώτης του πατριαρχίας (1878-1884), πιστεύει οραματίζεται εργάζεται και ζει για τη δόξα και το μεγαλείο της ορθόδοξης οικουμενικότητας, του ορθόδοξου Γένους και της Ρωμιοσύνης, ελληνόφωνης, δίγλωσσης η πολύγλωσσης, εν μέσω πολυφώνων κοινοτήτων με κέντρο την Κωνσταντινούπολη και σημείο αναφοράς το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο Ιωακείμ ακολουθεί την για αιώνες δοκιμασμένη εκκλησιαστική πρακτική και τακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ο ίδιος την είχε γνωρίσει, βιώσει και ενστερνιστεί στην πορεία της ζωής του. Γεννημένος στο Βαφεοχώρι του Βοσπόρου στις 18 Ιανουαρίου του 1834, στα παιδικά του χρόνια τον αναλαμβάνει υπό την προστασία του ο εφημέριος της γενέτειράς του, ιερομόναχος Χρύσανθος Ρύσιος. Μεταβαίνει με το γέροντα του Χρύσανθο για μικρό διάστημα στη Μονή Παντοκράτορος στο Άγιον  Ορος, και το 1848 επιστρέφουν στην Κωνσταντινούπολη.
Το 1854 μεταβαίνει στη Βιέννη, ως διάκονος στους ναούς του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Τριάδος. Τον Οκτώβριο του 1860 Πατριάρχης εξελέγη, για πρώτη φορά κατά τους Γενικούς Κανονισμούς, ο γέροντάς του, Ιωακείμ Β , ο από Κυζίκου. Ο διάκονος Ιωακείμ Δεβετζής η Δημητριάδης επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη και διορίζεται το Νοέμβρη του 1860 δευτερεύων πατριαρχικός διάκονος. Χειροτονείται από τον Πατριάρχη πρεσβύτερος, προχειρίζεται σε Αρχιμανδρίτη και διορίζεται το Μάρτιο του 1863 Μέγας Πρωτοσύγκελλος. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο Πατριάρχης Ιωακείμ Β  παραιτεῖται για λόγους υγείας, ο δε Ιωακείμ αναχωρεί από την πρωτοσυγκελλία και το 1864 εκλέγεται όπως είπαμε Μητροπολίτης Βαρνας.

Από τη Βάρνα στη Θεσσαλονίκη

Η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου δέκα χρόνια αργότερα εξέλεξε το 1874, στις 9 Ιανουαρίου, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης τον από Βάρνας Ιωακείμ. Πατριάρχης στην εκλογή αυτή ήταν ο γέροντάς του, ο Ιωακείμ Β  κατά τη δεύτερή του πατριαρχία (1873-1878) .
Ο Ιωακείμ αρχιερατεύει από το 1874 έως το 1878 στη Θεσσαλονίκη. Είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ορθόδοξης κοινότητας, ελληνόφωνης σχεδόν στο σύνολό της, την οποία ειρηνεύει μετά τις κοινοτικές διενέξεις που ξέσπασαν με τον προκάτοχο του Νεόφυτο, ο οποίος αποχώρησε από τη Θεσσαλονίκη. Ο Καθηγητής Παναγιωτίδης γράφει: στη Θεσσαλονίκη «εύρον ευρύτερον στάδιον αναδείξεως αι κοσμούσαι Αυτόν μεγάλαι αρεταί: η σύνεσις και η διορατικότης, η δραστηριότης και η μεγαλοπραγμοσύνη, η αγαθότης και η φιλανθρωπία, δια των οποίων εδικαίωσε τας ελπίδας της Εκκλησίας και επεβλήθη εις την εκτίμησιν του έθνους Του».
Είναι ο πρόεδρος της Δημογεροντίας. Διευθετεί τα εκκλησιαστικά, τα εκπαιδευτικά διευθετεί, επίσης, τα κοινωνικά ζητήματα και προβλήματα της ορθόδοξης κοινότητας. Οι δικαιοδοσίες του απορρέουν από τα προνόμια του Πορθητή, αλλά και από τα δικαιώματα των Τανζιμάτ (μεταρρυθμίσεων) και των Γενικών Κανονισμών. (…)
Αρχιερατεύοντος του Ιωακείμ το Μάρτιο του 1878, ο πληθυσμός της πόλης με στατιστική της δημαρχίας, αριθμούσε τους 53.926 κατοίκους . Τα κύρια μιλέτια των αυτόχθονων κατοίκων της Θεσσαλονίκης, οι θρησκευτικές δηλαδή κοινότητες, ήταν οι ισραηλίτες 46.798, οι μουσουλμάνοι 24.129 και οι ορθόδοξοι κατ απόλυτη πλειοψηφία ελληνόφωνοι 10.613 . Κατοικούσαν βέβαια και πολλές μικρότερες πληθυσμιακές κοινότητες ρωμαιοκαθολικών, Αρμενίων, Σύρων, προτεσταντών, λατίνων, τσιγγάνων, βλάχων.
Οταν ο Ιωακείμ το 1874 ενθρονίζεται στη Θεσσαλονίκη είχε παρέλθει μισός και πλέον αιώνας από την οδύνη και τις σφαγές της επανάστασης του 1821. Το 1874 όταν ο Ιωακείμ Γ  ἐγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη, έχουν παρέλθει σχεδόν δύο γενιές από την τραγικότητα των σφαγών του 1821. Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών είναι σαν να ζούμε στην ελληνική κοινωνία του 2012 πενηντατρία χρόνια μετά το τέλος (1949) του εμφύλιου πολέμου.
Ο Ιωακείμ ως μητροπολίτης Θεσσαλονίκης εργάστηκε πιστός στις απόψεις που πρέσβευε μέχρι και το τέλος της πρώτης του πατριαρχίας, προκειμένου να διασώσει την ενότητα της αυτοκρατορίας και να προαγάγει παραπέρα την κοινωνική, πνευματική και οικονομική προκοπή του ορθόδοξου μιλετιού, σε συνεργασία και ειρηνική συνύπαρξη με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες, ως εκφραστής των μεταρρυθμίσεων και των Γενικών Κανονισμών.

Πρώτη πατριαρχία

Από τη Θεσσαλονίκη ο Ιωακείμ αναχωρεί για την Κωνσταντινούπολη μετά την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο. Στην πρώτη του πατριαρχία (1878-1884) ο Ιωακείμ, ανακαίνισε τον πατριαρχικό oίκο, ο οποίος διατηρήθηκε ως την πυρκαϊά του 1941, για να ανοικοδομηθεί το 1990, ανασύστησε το τυπογραφείο και άρχισε την έκδοση της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας» ίδρυσε σχολή εκκλησιαστικής μουσικής, οικοδόμησε λαμπρό κτίριο στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, το οποίο εγκαινίασε στις 14 Σεπτεμβρίου 1882, ανασύστησε στη Χάλκη την ιερατική σχολή που λειτουργούσε στο Μουχλί, οικοδόμησε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, συνέστησε τη φιλανθρωπική και φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα, προκειμένου να ενισχύσει τα χριστιανικά σχολεία, που λειτουργούσαν στις επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και να ιδρύσει νέα.
Με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1882 παραχώρησε στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος τις επαρχίες της Θεσσαλίας, η οποία ενσωματώθηκε στην Ελλάδα το 1881 μετά τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878. Το 1879 ανεγνώρισε αυτοκέφαλη την Εκκλησία της Σερβίας. Κατά την πρώτη του πατριαρχεία ο Ιωακείμ έζησε με το όραμα της ενότητας του Ορθόδοξου κόσμου, μέσα από τη συνύπαρξη και συνεργα¬σία όλων των ορθοδόξων στο πλαίσιο μιας ορθόδοξης κοινοπολιτείας, όπου ο Οικουμενικός Θρόνος θα είχε καθοριστικό ρόλο και λόγο, γι’ αυτό και δημιούργησε καλές σχέσεις με τους Ρώσους, εξ αιτίας των οποίων και κατηγορήθηκε ως ρωσόφιλος, ενώ στο Πατριαρχείο υπήρχε μερίδα ρωσόφιλων αρχιερέων. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε αντιδιαστολή προς την Αθήνα, πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους με μεγάλη την επιρροή των δυτικών δυνάμεων, στην Κωνσταντινού¬πολη και το Πατριαρχείο τότε η Ρωσία ασκούσε τη δική της επιρροή .
Στο τέλος του 1883 προέκυψε το προνομιακό ζήτημα. Ο Ιωακείμ αντιμετώπισε την πρώτη φάση του προνομιακού ζητήματος (1883-1884). Ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β  θέλησε να περιορίσει τα προνόμια με τα οποία οργανώναν τη ζωή τους οι χριστιανοί μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Πατριάρχης αντέδρασε σθεναρά στην προσπάθεια του περιορισμού των προνομίων και υπέβαλε την παραίτησή του το Μάρτιο του 1884.

Η διάσταση με τον Τρικούπη

Στη διάσταση του Ιωακείμ με την Πύλη, ήλθε να προστεθεί και η στάση της κυβέρνησης Τρικούπη, η οποία αδυνατούσε να κατανοήσει τον ευρύτερο, διορθόδοξο και οικουμενικό χαρακτήρα του Πατριαρχείου. Ο Τρικούπης προσλάβανε το Πατριαρχείο ως μέσον για άσκηση αθηνοκεντρικής πολιτικής, ως εθνοποιητικό μηχανισμό για τους ομογενείς μας στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Γι’ αυτό ζητούσε τόσο από τον Πατριάρχη, όσο και από τους αρχιερείς, να ενεργούν ως αποδέκτες των υποδείξεων και εντολών της ελληνικής κυβέρνησης. Αντιμετώπιζε τους ιεράρχες περίπου ως προξένους, ως υπηρεσία του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, παραλλήλιζε δηλαδή η κυβέρνηση της Αθήνας τη θέση και σχέση των ιεραρχών, με εκείνη των Ελλήνων προξένων, και ζητούσε να συστοιχίζονται, σύμφωνα με τις προτροπές και υποδείξεις του εθνικού κέντρου της Αθήνας.
Διαφορετική όμως υπήρξε η άποψη του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ . Πίστευε στο Πατριαρχείο ως κέντρο της ορθόδοξης οικουμένης.Ήθελε να έχει καθοριστικό λόγο στην άσκηση των εκκλησιαστικών αρμοδιοτήτων και στην χάραξη της εκκλησιαστικής του αποστολής. Εξ αιτίας του προνομιακού ζητήματος και των σχέσεών του με την ελληνική κυβέρνηση, ο Ιωακείμ στις 30 Μαρτίου 1884 παραιτήθηκε οριστικά από τον Θρόνο. Μετά την παραίτησή του έμεινε στο Βαφεοχώρι, στη συνέχεια μετέβη το 1887 στα Ιεροσόλυμα, στην Αντιόχεια και στην Αλεξάνδρεια και το 1889 ανεχώρησε για το Άγιον Όρος, στο ησυχαστήριο του Μυλοπόταμου, όπου εγκαταβίωσε μέχρι την επανεκλογή του στον Πατριαρχικό Θρόνο.



«Ο Ιωακείμ αγαπήθηκε μέχρι λατρείας από το γένος μας».

Η ισχυρή προσωπικότητά του, η ικανότητα να συλλαμβάνει, να επεξεργάζεται, να δίνει λύση στα προβλήματα και προοπτική στα θέματα που απασχολούσαν την εποχή του και το Πατριαρχείο, ως εθναρχικό κέντρο του εξωελλαδικού ελληνισμού, δημιούργησαν θαυμασμό προς το πρόσωπο του Ιωακείμ, σε ένα μεγάλο μέρος των αρχιερέων, των ιερέων, των λογάδων, των προυχόντων και του απλού λαού. Σε πολλά εικονοστάσια της Ανατολής οι ρωμιοί είχαν τοποθετήσει με τις εικόνες των αγίων τη φωτογραφία του. Όλοι αυτοί που αγάπησαν το έργο και την προσφορά του Ιωακείμ αποτέλεσαν το Ιωακειμικό λεγόμενο κόμμα, ενώ οι αντίπαλοι του Ιωακείμ, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Γερμανό, αποτέλεσαν την αντιϊωακειμική παράταξη, η οποία επανεξέλεξε τον Ιωακείμ Οικουμενικό Πατριάρχη τον Μάϊο του 1901, ενώ εγκαταβίωνε στο Άγιον Όρος.



Δεύτερη πατριαρχία

Ο Ιωακείμ Γ κατά τη δευτερη πατριαρχία του (1901 – 1912), ίδρυσε ορφανοτροφείο θηλέων στην Πρώτη και αρρένων στην Πρίγκηπο. Συνέστησε τη σχολή γλωσσών και εμπορίου. Συνεπλήρωσε την οικοδομή των νοσοκομείων Βαλουκλή, συνέχισε όπως και στην πρώτη του πατριαρχία να σπουδάζει νέους και να διαμορφώνει δυναμικά στελέχη για την Εκκλησία.
Βελτίωσε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, καθαγίασε για τρίτη φορά (1879, 1903, 1912) το Άγιον Μύρο, συμφιλιώθηκε με τον επικεφαλής της αντιϊωακειμικής παράταξης Χαλκηδόνος Γερμανό, ο οποίος και τον διαδέχθηκε τον Ιανουάριο του 1913 στον Οικουμενικό Θρόνο, δέχθηκε επισκέψεις υψηλών προσωπικοτήτων, όπως το βασιλέα της Σερβίας Πέτρο, προς τον οποίον έδωσε το πατριαρχικό του εγκόλπιο και ο βασιλέας το φύλαξε στο εικονοστάσιο των ανακτόρων στο Βελιγράδι. Δέχθηκε επίσης τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον πρίγκηπα της Ελλάδος Χριστόφορο. Ενδιαφέρθηκε να διασφαλίσει τους δεσμούς τόσο μεταξύ των ορθοδόξων Εκκλησιών αλλά και με τους ετεροδόξους. Για το σκοπό αυτό αντάλλαξε και σχετική αλληλογραφία (1902-1904).

Στροφή προς το εθνικό κέντρο

Στην αρχή του 20ου αιώνα ο Ιωακείμ αντιλαμβάνεται ότι μέσα από την επικείμενη δίνη των εθνικών αντιπαραθέσεων θα δοκιμαστεί η ορθόδοξη οικουμένη, που έχει κέντρο της την Κωνσταντινούπολη. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο στην περίοδο αυτή έχομε τη στροφή του Ιωακείμ προς την Αθήνα και τη σύνδεση του Πατριαρχείου με το εθνικό κέντρο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Ιωακείμ επανδρώνει τη Μακεδονία που δοκιμάζεται από τον βουλγαρικό εθνικισμό και την εξαρχία με νέους και δυναμικούς αρχιερείς, πτυχιούχους της θεολογικής σχολής της Χάλκης. Οι αρχιερείς αυτοί: Δράμας Χρυσόστομος (1901), Στρωμνίτσης Γρηγόριος(1902), Νευροκοπίου Θεοδώρητος(1903), Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος(1903), Πελαγωνείας Ιωακείμ(1903), Γρεβενών Αιμιλιανός (1908) έχουν ξεπεράσει το πολιτικό και κοινωνικό σχήμα της εθναρχίας και της εθναρχούσας Εκκλησίας, που διαμορφώθηκε από το 1453 και μέχρι το 19ο αιώνα με τα τανζιμάτ και τις μεταρρυθμίσεις. Οι νέοι αρχιερείς με τους οποίους ο Πατριάρχης Ιωακείμ επανδρώνει τις δοκιμαζόμενες μητροπόλεις της Μακεδονίας εμφορούνται από την εθνική συνείδηση, την εθνική ιδέα και ιδεολογία. Οι περισσότεροι εγκαθίστανται στη Μακεδονία πριν από τον Παύλο Μελά, και άλλους πρόξενους, οι οποίοι ήλθαν από την Αθήνα για να ενισχύσουν και να διαμορφώσουν το έθνικό φρόνημα των εδώ πληθυσμών που δοκιμαζόταν από τη δράση των εξαρχικών, βουλγάρων, εθνικιστών.

Ανάμεσα σε δύο κόσμους

Πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα μεγάλο Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος συνδέεται και τέμνει δύο εποχές και δύο κόσμους. Την προεθνική εποχή, με τον κόσμο των αυτοκρατοριών και την εποχή των εθνοτήτων με την κυριαρχία του έθνους - κράτους. Οι εθνικές ομάδες διαμορφώνουν το 19ο αιώνα τα εθνικά κέντρα: την Αθήνα, το Βελιγράδι, τη Σόφια, το Βουκουρέστι ως συνέπεια, συνέχεια και αποτέλεσμα της γαλλικής επανάστασης του 1789 και της αρχής των εθνοτήτων, η οποία εισάγει στην ιστορία το λαϊκό κράτος. Ήταν η εποχή όπου η νέα ιδεολογία του έθνους με νεανικό σφρίγος, ορμή, δυναμισμό και μεσσιανικό ενθουσιασμό προχωρούσε στη διάλυση των αυτοκρατοριών. Στην περίπτωσή μας η οθωμανική αυτοκρατορία διαμελίζεται από τα έθνη – κράτη της βαλκανικής.
Το 1912, που εξεδήμησε ο Ιωακείμ, μόνο στην περιοχή των Σκοπίων δεν είχαν ξεκινήσει τη διαμόρφωση της εθνοκρατικής ιδεολογίας τους. Στην οθωμανική αυτοκρατορία οι νεότουρκοι, ήδη με το κίνημα του 1909, συνέπεια, και αντίδραση προς τα άλλα εθνικά κέντρα της βαλκανικής, διεκδικούσαν τη διαμόρφωση ενός εθνικού κράτους, το οποίο όμως εκαλείτο να μεταπλάσει τις μουσουλμανικές ισλαμικές συνειδήσεις της αυτοκρατορίας σε εθνικές τουρκικές συνειδήσεις. Έχουμε δηλαδή την πορεία της μεταστροφής της θρησκευτικής συνείδησης σε εθνική. Η επίτευξη αυτού του στόχου ήταν μακρόσυρτη και δύσκολη. Το έργο αυτό ανέλαβε ο στρατός που συγκροτήθηκε από τους νεότουρκους με επικεφαλής τον Κεμάλ. Βέβαια και στη δική μας περίπτωση, της ελληνικής επανάστασης και του ελληνικού έθνους – κράτους, οι κρατικές δομές συμβάλουν καθοριστικά στην εθνοποίηση της θρησκευτικής συνείδησης του ρωμιού ελληνόφωνου, του αρβανιτόφωνου, η του βλαχόφωνου, αλλά και των τουρκόφωνων «καραμανλήδων» της Καππαδοκίας που έρχεται στην Έλλάδα με τις ανταλλαγές των πληθυσμών. Όμως σε μας, όπως και στα άλλα βαλκανικά έθνη – κράτη: Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, η σύνδεση της θρησκείας με το έθνος και η κυριαρχία του εθνικού επί του θρησκευτικού υπήρξε ευκολότερο εγχείρημα, διότι η χριστιανική πίστη είναι συγκαταβατική και με τη διδασκαλία της δεν διαπερνά ούτε καθορίζει κάθε πτυχή της προσωπικής και κοινωνικής ζωής του πιστού, όπως συμβαίνει με το κοράνι και το ισλάμ. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ , αλλά και ολόκληρη η ιωακειμική παράταξη, προβλέπει και κατανοεί, στη δεύτερη πατριαρχία του (1901-1912), το τέλος του σχήματος που ζει και υπηρετεί, της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου στο μιλέτ των ορθοδόξων, στο ρουμ μιλέτ, ο ο Πατριάρχης αποτελεί την κεφαλή του, είναι ο ανώτατος, δηλαδή, άρχοντας του.
Είναι σίγουρο ότι ο Ιωακείμ ο Γ  κατανοεῖ την ολοκλήρωση της πολιτιστικής συμβολής της αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και σε αντίθεση με την πρώτη του πατριαρχία (1878-1884) που υπερασπίζεται την ορθόδοξη οικουμένη, τώρα στη δεύτερη πατριαρχία του στρέφεται σταθερά προς το εθνικό μας κέντρο, την Αθήνα, όπου προς το τέλος της πατριαρχίας του Ιωακείμ έχει κυριαρχήσει η προσωπικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη Κρήτη ήδη με το κίνημα στο Θέρισσο το 1905 δημιουργήθηκαν οι δύο παρατάξεις βενζελικών και αντιβενζελικών, οι οποίες περί το 1915 θα διαμορφώσουν το γνωστό διχασμό και στον μείζονα ελληνισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου είχαν προηγηθεί οι παρατάξεις των ιωακειμικών και αντιϊωακειμικών.
Ο βουλγαρικός στρατός το Νοέμβριο του 1912, στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, νικάει τον τουρκικό, προελαύνει και καταλαμβάνει την Τσατάλτζα, πενήντα εξ χιλιόμετρα δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ, ενημερώνεται για τις εξελίξεις. Ανησυχεί για τον εκεί ελληνισμό και για τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εάν οι Βούλγαροι καταλάμβαναν την Πόλη. Ξαγρυπνάει καθισμένος στο ανοικτό παράθυρο του δωματίου του και από τα ακούσματα των οβίδων παρακολουθεί την πορεία του πολέμου. Στις 3 Νοεμβρίου ασθένησε από πνευμονία και την Τρίτη 13 Νοεμβρίου 1912 εξεμέτρησε το ζειν ο τελευταίος εν ενεργεία Πατριάρχης του Γένους μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, μετά από πατριαρχεία δεκαεπτά περίπου ετών .

Χάρισμά του η διορατικότητα

Υπήρξε ένας από τους μεγάλους Πατριάρχες. Εργάστηκε με ζήλο και αφοσίωση για τα όσια και τα ιερά του Γένους μας. Τον διέκρινε ρεαλισμός και διορατικότητα. Γι' αυτό κατανόησε το πνεύμα και τα προβλήμα¬τα των εποχών που πατριάρχευσε. Είναι από τους λίγους μετά την άλωση Πατριάρχες, όπως και ο επί εικοσαετία (1991-2011) ευκλεώς και θεαρέστως πατριαρχεύων πατριάρχης Βαρθολομαίος, που έζησε το μεταίχμιο κοσμογονικών αλλαγών. Και στις δύο του πατριαρχίες ο Ιωακείμ γνώρισε τη μεγίστη ακμή των ομογενών μας στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του είδε την Πύλη να καταρρέει και το Ελληνικό κράτος με τα άλλα Βαλκανικά κράτη να οδεύουν προς την ολοκλήρωση των εθνικών τους οραματισμών.
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ υπήρξε μία εκκλησιαστική προσωπικότητα, η οποία είχε το χάρισμα να προσλαμβάνει το μεταβαλλόμενο κόσμο, να τοποθετείται σ’ αυτόν και να διαμορφώνει το αύριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το μέλλον του οριοθετώντας τους σκοπούς και τους στόχους του μέσα στο χρόνο.
Το 2012, εκατό χρόνια μετά την εκδημία του, ο Ιωακείμ ο Γ  συναντᾶται στον άξονα αυτής της προοπτικής με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α , ο οποίος μάλιστα τη χρονιά αυτή, το 2012 έχει ήδη εισέλθει στην τρίτη δεκαετία της ευκλεούς, δυναμικής και λυσιτελούς πατριαρχίας του. Αμφότεροι οι Πατριάρχες, Ιωακείμ και Βαρθολομαίος, πέραν της μακράς Πατριαρχίας, με την οποία εκόσμησαν και κοσμούν τον πανευκλεή και μαρτυρικό Πατριαρχικό Θρόνο της Βασιλεύουσας, διαπνέονται από μία βαθεία και οξύτατη ενόραση περί των κατά καιρούς διαδραματισθέντων και διαδραματιζομένων σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο κοινωνικο-πολιτικό-οικονομικό περιβάλλον. Αποτελούν δε προφητικές εκκλησιαστικές μορφές σε κρίσιμες εποχές – σταθμούς, όπου παρατηρούνται κοσμογονικές αλλαγές προς αντίθετη, βεβαίως, κατεύθυνση: ο μεν Ιωακείμ, στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, με την μετάβαση από την πολυεθνική αυτοκρατορία στα έθνη-κράτη της Βαλκανικής χερσονήσσου, ο δε Βαρθολομαίος, μετά την πάροδο σχεδόν εκατονταετηρίδος, από τα περιχαρακωμένα εθνικά σύνολα στην υπερεθνική, πολυπολιτισμική, παγκοσμιοποιούμενη ανοικτή κοινωνία των πολιτών των πολιτισμών και των λαών. Παρά τις διαφορετικές ιστορικές φάσεις και εποχές δράσης των, αμφότεροι, προσλαμβάνοντας τα αιτουμένα των καιρών, ευρίσκονται στην πρωτοπορία των εξελίξεων, προσδίδοντες πρωταγωνιστικό και, όντως, οικουμενικό ρόλο στην πρωτόθρονη και πρωτεύθυνη Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόσο σε διορθόδοξο όσο και σε διαχριστιανικό επίπεδο και ευρύτερα».

Χαιρετισμοί - Εισηγήσεις
Στο Συνέδριο απηύθυναν χαιρετισμό ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Ανθιμος, οι κοσμήτορες της Θεολογικής και Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, καθηγητές κ.κ. Μιχ. Τρίτος και Μιλτ. Παπανικολάου, ενώ εισηγήσεις ανέπτυξαν, μεταξύ άλλων, οι καθηγητές Απ. Γκλαβίνας, Αιμ. Ταχιάος (ομότιμοι Θεολογικής ΑΠΘ), Αθαν. Καραθανάσης, Διον. Βαλαής, Αντ. Κυριατζή (Θεολογική ΑΠΘ), Σπ. Σφέτας, Σιδηρούλα Καραστεργίου, Ιακ. Μιχαηλίδης, Βασ. Φούκας (Φιλοσοφική ΑΠΘ), Σία Αναγνωστοπούλου (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και διακεκριμένοι ιστορικοί επιστήμονες και συγγραφείς, όπως ο Ευαγ. Χεκίμογλου και ο Θεοδ. Τσιρώνης, ο Γέρων Μάξιμος Ιβηρίτης (Νικολόπουλος), κ.α..

Σημείωση: O Χάρης Ανδρεόπουλος είναι καθηγητής (ΠΕ01) Β/θμιας εκπαίδευσης και  δημοσιογράφος - συνεργάτης της εφημερίδας «Ελευθερία» της Λάρισας και της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων “Amen.gr”